0

Εκείνο το ζεστό μεθεόρτιο βράδυ, ο Βασίλης Ξενόπουλος ήταν ενθουσιασμένος με τη ζωντανή ηχογράφηση στα στούντιο της δημόσιας Ελληνικής Ραδιοφωνίας

Σ ’εκείνα τα στούντιο όπου τον συνάντησα 23 χρόνια πριν, επιλεγμένο απ’ τον δάσκαλο της τζαζ, σαξοφωνίστα Δημήτρη Βασιλάκη. Τον είχε ξεχωρίσει από τα άλλα «μαθητευόμενα» τενόρα σαξόφωνα του Ωδείου «Φίλιππος Νάκας» για την εκπομπή «Jazz Club του Τρίτου» αφιερωμένη στον Κώστα Γιαννουλόπουλο.

Αναξιοκρατία

Ο Βασίλης, που τα τελευταία δεκατρία χρόνια ζει μόνιμα στο Λονδίνο, θυμώνει από την αναξιοκρατία -εντός και εκτός Ελλάδας- στην καθημερινή μας ζωή, αλλά και τη μουσική. Τον ενοχλούν όσοι αναρριχώνται χωρίς ταλέντο και σκληρή δουλειά επειδή έχουν -ή αγόρασαν- την ευνοϊκή μεταχείριση από τα media. Στην Αγγλία αυτό συμβαίνει συχνά.

Αυτό το φαινόμενο άρχισε να παρατηρεί όλο και πιο έντονα πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια βλέποντας τα παιδιά των πλέον χαμηλών τάξεων να έχουν όλο και λιγότερη πρόσβαση στον χώρο των τεχνών. Με αποτέλεσμα -σε βάθος χρόνου- οι τέχνες να γίνονται το «ακριβό σπορ» των ολίγων. Σήμερα η βιομηχανία της μουσικής είναι σε συνεχή πτώση. Για να κάνεις μια δισκογραφική δουλειά, απαιτείται ένα σοβαρό κεφάλαιο για ν’ αρχίσεις. Στις μέρες μας, είναι σχεδόν αδύνατο να επιστραφεί στον μουσικό. Ο Βασίλης Ξενόπουλος ήταν τυχερός.

Στα Θυμαράκια

Γεννήθηκε σε μια τυπική αστική οικογένεια στα Κάτω Πατήσια (Θυμαράκια). Πήγε στο 63ο Δημοτικό Σχολείο της οδού Μιχαήλ Κόρακα και έπαιζε μπάλα με τα παιδιά της γειτονιάς στον δρόμο, στην ήρεμη ακόμα Κωνσταντινουπόλεως. Γυμνάσιο και λύκειο τελείωσε στην Κόρινθο, όπου ο πατέρας του δούλευε στον ΟΤΕ και η μητέρα στο Τμήμα Υγείας και Πρόνοιας.

Από μικρός ζητούσε ένα πιάνο. Πάντα όμως η απαίτησή του τους έμοιαζε σαν ένα παιδικό καπρίτσιο. Κανείς στην οικογένεια δεν έπαιζε μουσική.  Άκουγαν όμως πολλή, διαφορετική ο ένας απ’ τον άλλον. Η μουσική όμως τον καλούσε. Μάζεψε το χαρτζιλίκι του και στα 9 του απέκτησε ένα μικρό ηλεκτρικό πιάνο Casio με τρεις οκτάβες. Σε λίγες εβδομάδες έπαιζε με το αυτί ό,τι τραβούσε την προσοχή του στο ραδιόφωνο.

Το τσέχικο σαξόφωνο

Αυτοδίδακτος, ο νεαρός Βασίλης Ξενόπουλος έπεισε τους γονείς του να τον γράψουν στο Ωδείο «Φίλιππος Νάκας», παράρτημα Κορίνθου. Ο καθηγητής της Μουσικής στην Α΄ Γυμνασίου του πρότεινε να πάει στη Φιλαρμονική. Εκεί ο Βασίλης ζήτησε ένα σαξόφωνο. Δεν υπήρχε όμως διαθέσιμο στην μπάντα κι έτσι αρκέστηκε σ’ ένα κλαρινέτο. Τελικά βρέθηκε ένα ασημί τσεχοσλοβάκικο τενόρο.  Έπεφτε βαρύ στον νεανικό λαιμό του το σαξόφωνο που κάποτε μπορεί να έπαιζε ένας Σοβιετικός στρατιώτης στην εισβολή στην  Άνοιξη της Πράγας…

Τα πρώτα του σοβαρά μαθήματα στο σαξόφωνο άρχισαν στην Ιπποκράτους, με δάσκαλο τον Τάκη Πατερέλη, που είχε μόλις επιστρέψει απ’ το Berklee College of Music της Βοστώνης. «Όλοι τους καλοί είναι» του έλεγε στην Κόρινθο ο Δ. Καραγιάννης. Αλλά ο Βασίλης -πες από ένστικτο- δάσκαλο και μέντορά του σ’ αυτή τη φάση της ζωής του τον Τάκη Πατερέλη προτίμησε.

Greek weddings

Μαζί του μέχρι το 1999, ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών για το Jazz Diploma και έφυγε με την παρότρυνση του Πατερέλη στο Berklee College of Music με υποτροφία. Τα όχι αμελητέα υπόλοιπα έξοδα των σπουδών τα έβγαζε παίζοντας τα βράδια σε Greek weddings και σε λαϊκά ελληνικά εστιατόρια με πενταπλάσιο μεροκάματο απ’ ό,τι πληρωνόταν σ’ ένα jazz gig. Είχε προηγηθεί ένα καλοκαίρι στο οποίο ο Βασίλης συμμετείχε σαν ο επίλεκτος νέος  Έλληνας μουσικός της European Jazz Youth Orchestra σε μια περιοδεία σε οκτώ χώρες της Ευρώπης.

Στο Berklee αγαπημένος δάσκαλος και μέντοράς του υπήρξε ο δάσκαλος του Πατερέλη, ο Andy McGhee. Αναγνώρισε την αγάπη του για τη straight ahead jazz και, παρά την τάση εκείνης της εποχής, που ήθελε τους νέους μουσικούς να παίζουν πιο «μοντέρνα» πράγματα (Jerry Bergonzi, Jo Lovano ή Branford Marsalis) και όχι στα χνάρια του Hank Mobley ή του γίγαντα Dexter Gordon, είδε ότι η καρδιά του ήταν «εκεί». Τον παρότρυνε να συνεχίσει παίζοντας ό,τι στιλ μουσικής του άρεσε και όχι ό,τι πρότειναν οι επίκαιρες «μόδες» της τζαζ.

Στην Αμερική μεγάλη χαρά τού έδινε η τύχη να μπορεί να κάνει κάτι που δεν θα ξαναζούσε. Ξυπνούσε και κοιμόταν μελετώντας ή παίζοντας σε όποια jam sessions μπορούσε. Τρία χρόνια μετά -με ένα επιβεβλημένο διάλειμμα στην Ελλάδα για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους- ο Βασίλης αποφάσισε να φύγει πάλι. Αυτή τη φορά στο London College of Music έκανε το μεταπτυχιακό του στη Σύνθεση και την Εκτέλεση της jazz μουσικής.

Στη βρετανική σκηνή

Από τα πρώτα χρόνια στην Αγγλία τον ευχαριστούσε η αποδοχή του κοινού και των συνάδελφών του μουσικών. Παρά το «ασυνήθιστο» της καταγωγής του, αναγνώριζαν στον ήχο και στην τεχνική του αναφορές στη mainstream jazz, τα standards του American songbook και το Tin Pan Alley των Cole Porter και Irving Berlin. Το κοινό, ακούγοντας το σαξόφωνό του, σιγοτραγουδά τους στίχους και γνωστά κλαμπ του Λονδίνου σαν το Ronnie Scott’s ή το Pizza Express της Dean Sreet, στο Soho, φιλοξενούν τον Βασίλη Ξενόπουλο στις πολύτιμες συνεργασίες του.

Τρελά γλέντια στήνονται πάνω ή κάτω απ’ τη σκηνή όταν παίζει το Jive με την μπάντα του Ray Gelato. Η πιο μακρόχρονη συνεργασία του είναι αυτή με τον bebop κιθαρίστα Nigel Price, που είχαμε τη χαρά να γνωρίσουμε κάποτε στην Αθήνα. Τα τελευταία δέκα χρόνια περιοδεύουν μαζί σε όλο το «νησί» με τη χρηματοδότηση του Arts Council, αντίστοιχου του δικού μας απαράδεκτου «υπουργείου Πολιτισμού»! Πενήντα συναυλίες τον χρόνο, με όλα πληρωμένα, παίζοντας μόνο τζαζ, με αμοιβές που εδώ δεν παίρνεις ούτε ξενυχτώντας με τις «φίρμες» στα πιο γκλαμουράτα μαγαζιά της αθηναϊκής νύχτας.

Συνεργάτης και ηγέτης

Στις συνεργασίες του Ξενόπουλου στην Αγγλία περιλαμβάνονται σημαντικές, με κορυφαίους της βρετανικής jazz σκηνής όπως ο σαξοφωνίστας Alan Barnes ή ο Σκωτσέζος θρύλος της τζαζ κιθάρας Jim Mullen. Ακόμα, ως ένας έξοχος session μουσικός περιόδευσε με τους Drifters, την ορχήστρα του θρυλικού τραγουδιστή της soul και R&B μουσικής Ben E-King («Stand by me») και τον Hamish Stewart της Average White Band, σε ένα κλίμα γιορτής, σε κλαμπ και σε φεστιβάλ, με τον κόσμο να χορεύει όρθιος στον ρυθμό και να χαίρεται.

Ως ηγέτης των δικών του σχημάτων από νωρίς, με το σαξόφωνο στην πρώτη γραμμή, ο Βασίλης κατάλαβε ότι μαζί με το σωστό παίξιμο του αναλογεί η ευθύνη της διοργάνωσης και παρουσίασης της κάθε παράστασης. Εμπειρίες ζωής, όπου ο αυτοσχεδιασμός της jazz του δίνει την ευκαιρία να αναπτύξει τις ιδέες του -άλλοτε αυθόρμητες και άλλοτε καταγραμμένες στο χαρτί- πάνω στη δομή μιας τζαζ σύνθεσης.

Δίσκοι-σταθμοί ζωής

Η πείρα του αυτή έχει εκδηλωθεί απ’ την αρχή, το 2003, σε δεκάδες δίσκους, με τον Βασίλη να παίζει στο πλευρό σπουδαίων μουσικών στις ηχογραφήσεις των δικών τους δίσκων αλλά και στα προσωπικά του άλμπουμ. Πρώτο έφτασε το άλμπουμ «Loud city» για τη γνωστή αγγλική δισκογραφική 33 Jazz.

Οκτώ πρωτότυπες συνθέσεις το περιεχόμενό του, με τη μουσική που τον εκφράζει: latin jazz, αγνό bebop και ρυθμικό funk. Οι συνθέσεις του αυτές περίμεναν «στο συρτάρι», γραμμένες στα πρώτα επτά χρόνια του στο Λονδίνο. Κάθε κομμάτι περιγράφει καθημερινές σκηνές στη μεγαλούπολη των 9 εκατομμυρίων κατοίκων. Συνθέσεις όπως το «West side groove» ή το «Street Dance».

Το 2013, πάλι στη 33 Jazz, ήρθε το «Wind machine», του οποίου κάθε track είναι μια πασίγνωστη σύνθεση από την εποχή των Big Bands, ενορχηστρωμένη από τον B. Ξενόπουλο για ένα jazz κουιντέτο. Μεγάλες ρυθμικές επιτυχίες της Count Basie Orchestra (Splanky), το Four Brothers του «Herd», της μπάντας του κλαρινετίστα Woody Herman, το Sophisticated Lady του «δούκα» της τζαζ Ellington ή το Groove Merchant της Big Band του Αμερικανού τρομπετίστα και bandleader Thad Jones.

Το 2013 ήρθε η ώρα της συνεργασίας του Β. Ξενόπουλου με τον καλό πιανίστα Paul Eddis. Αποτέλεσμα, το «Narrow Escapes», επηρεασμένο από την cool συνεργασία τού τενορίστα Stan Getz με τον πιανίστα Kenny Barron. Και το 2017 το «Sidekicks», που κάθε του κομμάτι «θυμάται» μια συνεργασία σαξόφωνου και κιθάρας, όπως το «The bridge» του Sonny Rollins με τον Jim Hall.

Τελευταίος προσωπικός του δίσκος, ανάμεσα σε άλλους συνεργατικούς, ήταν το «Dexterity».  Ένας δίσκος-αφιέρωμα στον παιδικό του ήρωα, τον κορυφαίο του τενόρου σαξόφωνου Dexter Gordon. Ο Βασίλης περίμενε την «ωρίμανσή» του, την πλέον κατάλληλη στιγμή και ηλικία για να τον πραγματοποιήσει.

Στο σύνολό τους οι δισκογραφικές του δουλειές έχουν δεχτεί ιδιαίτερα καλές κριτικές από τον Guardian – στο ένθετο «The Observer», ή στο Jazz Wise για το «Dexterity». Στους London Times ο Clive Davis έγραψε ύμνους για το «Wind machine» και όλα του τα CD έχουν παιχτεί από το Radio3 του BBC ή τον London Jazz FM.

Λίγο πριν αλλά και στη διάρκεια της πιο δυσάρεστης για ένα μουσικό περίοδο των lockdown, ο Βασίλης γεύτηκε κάποιες από τις πιο γλυκές στιγμές της ζωής του: μετά τον γάμο του με την αγαπημένη του Χριστίνα, έφτασε το 2018 ο Αλέξανδρος και το 2020 ο Ανδρέας. «Τώρα πια αισθάνομαι ολοκληρωμένος ως άνθρωπος και μπορώ να καταλάβω ότι «It’s not just me» σ’ αυτή τη Γη!».

πηγή: avgi

You may also like

Comments

Leave a reply

More in LIFE