0

Ο Οκτώβρης πλησιάζει στο τέλος του, έξω βρέχει και ο ουρανός είναι γκρίζος και βαρύς. Ήρθε ο καιρός. Ο καιρός για ζεστές σοκολάτες και βοτάνια. Ο καιρός για κουβέρτες και αγκαλιές. Ο καιρός για παλιά βαριά βιβλία γεμάτα σκοτεινές ιστορίες. Ιστορίες για στοιχειά, δαίμονες και μάγισσες. Γιατί το έχει η εποχή, το είχε από πάντα. Από εκείνα τα φεγγάρια ακόμη γινόταν η συγκομιδή. Που τελείωνε ο φόρτος εργασίας της χρονιάς και γέμιζαν οι αποθήκες και τα κελάρια. Ίσα που προλάβαιναν και τους έπιαναν τα κρύα. Από τότε ακόμη κρατάνε όλα αυτά. Και είναι λες κι έχουν εντυπωθεί βαθιά κάπου μέσα στους ανθρώπους, έτσι, μέχρι σήμερα στα πρώτα κρύα βιαζόμαστε να μαζευτούμε.

Οι ιστορίες έρχονται από μόνες τους, όσο πιο τρομαχτικές τόσο το καλύτερο, όσο πιο μαγικές ακόμα καλύτερα. Έτσι ανοίγουμε τις πόρτες μας στα μαγικά πλάσματα των θρύλων και των παραμυθιών. Ιστορίες που άκουσε κάποιος, κάποτε για κάποιον που του είπαν πως έγιναν στα αλήθεια. Φυσικά, δεν τις πιστεύουμε. Μπορεί λίγο. Όχι, όχι, δεν τις πιστεύουμε. Θα θέλαμε, όμως, έστω και για μια στιγμή αφηνόμαστε να πιστέψουμε πως κάποτε όλα αυτά υπήρξαν. Γιατί όπως και να έχει το μυστήριο, είναι ωραίο και δεν θέλουμε να το χάσουμε. Γιατί όπως και να έχει, η μαγεία μας ταξιδεύει. Γιατί όπως και να έχει, δεν είναι τυχαίο που σε ολόκληρο τον κόσμο υπήρξε αυτή η εποχή, που είναι η πιο κατάλληλη για τις μάγισσες. Από την Ιρλανδία μέχρι και τους κάμπους της Θεσσαλίας.

Για μάγισσες θα μιλήσουμε σήμερα, λοιπόν. Γριές και νέες, άσχημες και όμορφες, μάγισσες θρυλικές, γυναίκες καθημερινές που έβαζαν (και βάζουν;) μαγεία στις ζωές των γύρων τους. Με τίμημα ακριβό τις περισσότερες φορές. Παίρνουμε το παλιό βιβλίο από το ράφι. Είναι βαρύ, δερματόδετο και μυρίζει πεύκο παρότι, σκέφτεσαι, έχει να βγει χρόνια από το σπίτι. Σκαλισμένα σύμβολα από έξω, βατράχια, φίδια και αετοί. Δεν είναι δικό σου, κανείς δεν ξέρει πώς έφτασε ως εδώ. Μία γιαγιά τις προ-προ-γιαγιάδες σου το έδωσε στην εγγονή της και αυτή στη δικιά της και κάπως, περνώντας από τη Βενετιά, την Πόλη και τη Σύρα έφτασε, λένε, εδώ κάπου στη Σαλονίκη. Και είσαι εσύ που θα ανιχνεύσεις τα ορνιθοσκαλίσματα γενεών που θα πιάσεις την κόκκινη κλωστή από την αρχή.

Η λέξη «μάγος» προέρχεται, λένε, από την αρχαία περσική λέξη mangus, που ήταν η ονομασία μιας μηδικής φυλής με ιερατικά καθήκοντα. Mangus λεγόταν και ο ιερέας της θρησκείας του Ζωροάστρη. Ψάχνοντας την ετυμολογία της λέξης, κάποιοι γλωσσολόγοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το ινδοευρωπαϊκό «μαγκ», σημαίνει μιαν ιδέα μεγέθους, δύναμης που ξεφεύγει από τη συνηθισμένη ανθρώπινη και μπορεί να δημιουργήσει υπερφυσικά φαινόμενα με την αιχμαλώτιση ή τη χρησιμοποίηση αόρατων δυνάμεων και πνευμάτων.

Η μαγεία και οι μάγισσες έχουν απασχολήσει την ανθρωπολογία και τη λαογραφία αμέτρητες φορές και οι θεωρίες πάνω στο θέμα ποικίλουν. Στη λαϊκή προφορική παράδοση, πέρα από τους μύθους (σε προηγούμενα άρθρα μου έχω αναφέρει τη διαφορά τους από τα παραμύθια), υπάρχουν τα παραμύθια και οι παραδόσεις.

Ένας σύγχρονος Ισπανός λαογράφος, ο Carlos Gonzalez Sanz είπε χαρακτηριστικά «οι λαϊκές διηγήσεις για μάγισσες ή για τη μαγεία θεωρούνται ανέκαθεν παραδόσεις (legendes), λόγω του ότι το κύριο πρόσωπο σ’ αυτούς (η μάγισσα ή ο μάγος) και η θεματική τους (οι δυνάμεις της μάγισσας, τα «Sabbat» κ.λπ.) έχουν χαρακτήρα μυθικό ή που προσομοιάζει στις παραδόσεις και, βέβαια, λόγω του ότι τοποθετούνται γενικά σε ορισμένο χρόνο και τόπο και στο σύνολο των δοξασιών μιας ιδιαίτερης κοινότητας είναι βέβαιο, συνεχίζει, ότι όλες αυτές οι διηγήσεις για μάγισσες, που τις διηγούνται οι άνθρωποι ως ιστορίες ζωής συμπεριλαμβανομένων (…) και αφηγήσεων με αυτοβιογραφικό χαρακτήρα (…), μπορούν να θεωρηθούν παραδόσεις». Ο Νικόλαος Γ. Πολίτης, στη συλλογή «Παραδόσεις» συμπεριλαμβάνει τέσσερις θρύλους μαγισσών στην κατηγορία «Μάγοι και Μάγισσες» και πολλές αναφορές διαβολοσυνάξεων (σαν τα Sabbat των μαγισσών). Χαρακτηριστικός είναι ο θρύλος της Κουλτσίνας, μιας μάγισσας της Βόνιτσας Αιτωλοακαρνανίας που είχε υπό την εξουσία της το χωριό Αϊτό. Όταν της επιτέθηκαν, αυτή τους πολεμούσε από το κάστρο της, όταν είδε πως δεν γλίτωνε έκανε μάγια στα όργανα να παίζουν ολημερίς, φόρεσε ανάποδα τα παπούτσια της, έτσι ώστε να μπερδέψουν τα ίχνη της, και γλίτωσε.

Στις λαϊκές αφηγήσεις υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος από μαγικές, ανθρωπόμορφες και μη, φιγούρες και μία από αυτές είναι και η μάγισσα, μία φιγούρα αρκετά αμφίσημη και όχι τόσο ξεκάθαρη, καθώς ο ρόλος της μπορεί να εμφανίζεται κάθε φορά διαφορετικός. Άλλες φορές μυητικός, άλλες εκδικητικός και άλλες βοηθητικός, μα πάντα τρομαχτικός όπως και να έχει. Παρ’ όλα αυτά στα περισσότερα ευρωπαϊκά παραμύθια δεν τις βλέπουμε πέρα από μαντζούνια, βοτάνια, φίλτρα, ξόρκια και πτήσεις με τη σκούπα τους να ασκούν συγκεκριμένες τελετές. Συνήθως τα μαγικά φαινόμενα των παραμυθιών καταγράφονται στα πλαίσια του εν γένει υπερφυσικού κόσμου τους. Οποιεσδήποτε πρακτικές και δοξασίες έχουν μετατραπεί σε γενικευμένα μοτίβα (όπως μαγικές λέξεις, ένα μαγικό αντικείμενο κλπ) που εμφανίζονται κάθε φορά όπου υπάρχει μάγος ή μάγισσα. Η μαγεία και οι μάγισσες, λοιπόν, εντοπίζονται να κόβουν βόλτες διεθνώς σε θρύλους και παραμύθια και με τον τρόπο τους να παρεμβαίνουν σε καταστάσεις καθορίζοντας μοίρες ανθρώπων και ιστοριών.

Στο παραμύθι «Τ’ ατδιάμο το κλαδί» από τη Θεσσαλία, όπως το μετέφερε η Μαρούλα Κλιάφα στο βιβλίο της Τρομακτικά παραμύθια για ατρόμητα παιδιά η μάγισσα εμφανίζεται ακραία κακιά και επικίνδυνη. Η ιστορία έχε ως εξής: η ηρωίδα μπαίνει υπηρέτρια στην κουζίνα του βασιλιά, η βασίλισσα όμως του παλατιού είναι μια φοβερή μάγισσα που πήγαινε μαζί με τον αδελφό της κάθε νύχτα στα μνήματα κι έτρωγαν από έναν πεθαμένο. Η βασίλισσα έριχνε υπνωτικό στο κρασί του βασιλιά κι ο βασιλιάς κοιμόταν. Τότε η βασίλισσα έμπηγε τις βελόνες στα βλέφαρά του και του ρουφούσε το αίμα. Έπειτα τραβούσε για τα μνήματα με τον αδελφό της. Η ηρωίδα αποκαλύπτει το συμβάν στον βασιλιά, ο οποίος σκοτώνει τη σύζυγό του και επιβραβεύει την κοπέλα που τον γλίτωσε. Αυτή τότε πηγαίνει σε ένα άλλο βασίλειο, όπου ο εκεί βασιλιάς είχε στο υπόγειο κλεισμένη μια κόρη τρελή, την οποία τάιζαν με έναν άνθρωπο την ημέρα. Η κοπέλα είχε τρελαθεί, επειδή μια γριά μάγισσα της είχε πάρει τα μυαλά και τα έβραζε σε ένα καζάνι. Όταν η ηρωίδα συναντά τη γριά μάγισσα και τη ρωτάει τι μαγειρεύει, αυτή της λέει «Να, βράζω τα μυαλά της τρελής. Πήγα μια μέρα στο παλάτι και ο βασιλιάς δεν μ’ έδωσε ζητιανιά, κι εγώ θύμωσα και χάζεψα τη θυγατέρα του». Η κοπέλα τότε έχωσε το κεφάλι της μάγισσας στο τσουκάλι και μόλις η γριά έπαψε να ανακατεύει τα μυαλά, αυτά γύρισαν πίσω στο κεφάλι της βασιλοπούλας και η βασιλοπούλα ελευθερώθηκε.

Πριν κλείσουμε, όμως, ας επιστρέψουμε ξανά στους δικούς μας θρύλους, στις δικές μας παραδόσεις που μας μιλούν για μάγισσες που κατεβάζουν το φεγγάρι όποτε έχει πανσέληνο για να το αρμέξουν. Αυτές κάθε Πρωτομαγιά τρέχουν στα χωράφια γυμνές, για να μαζέψουν βότανα και να κάνουν μάγια. Γιατί δεν υπήρχε χωριό χωρίς θεραπευτή ή θεραπεύτρια στην περίπτωσή μας. Σοφές, δυναμικές και έξυπνες γυναίκες, πιο μπροστά από την εποχή τους πολλές φορές που ο φόβος των χωρικών τις ονόμαζε μάγισσες. Όπως κατέγραψε ο Βάιος Καμινιώτης στο πλαίσιο επιτόπιας ποιοτικής έρευνας στην πεδινή Θεσσαλία «Γυναίκες που κάθε Άνοιξη έτρεχαν στα λιβάδια και μάζευαν λουλούδια, βότανα και διάφορες ακαθαρσίες από τα ζώα για να φτιάξουν μάγια. Στην κάμαρα που έμπαιναν για να φτιάξουν τα μάγια, σηκώνονταν τα κεραμίδια όρθια κι αυτές καλούσαν τους διαβόλους, κι όταν ήθελαν να τους διώξουν σηκωνόταν τη νύχτα και έπαιρναν στραγάλια και τα έριχναν στον δρόμο μέχρι το ποτάμι. Εκείνοι τότε προσπαθούσαν να μαζέψουν τα στραγάλια και ξεχνιόνταν. Οι μάγισσες στο μεταξύ γύριζαν στο σπίτι κι έβαζαν θυμίαμα, για να μην ξαναγυρίσουν οι δαίμονες». Ερωτικά μάγια περνούσαν από τα χέρια τους καθώς και ό,τι άλλο είχαν ανάγκη οι ανθρώπινες ψυχές, ακόμα και αν δεν το παραδέχονταν στα φανερά. Εξάλλου, όλα τα θέλω των ανθρώπων εμφανίζονταν στο πρόσωπο της μάγισσας. Όμορφη όταν το ήθελε, πάντα νέα (αν πλήρωνε το τίμημα), αθάνατη, με δυνάμεις που ελέγχουν τα στοιχειά της φύσης, την αρρώστια και τον θάνατο.

Όπως γράφει όμως και η Άννα Λυδάκη, καθηγήτρια κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου, «Η ιδιότυπη και λανθάνουσα εξουσία της γυναίκας της παραδοσιακής κοινωνίας γίνεται φανερή μέσα στα παραμύθια, στις παραδόσεις και στις δοξασίες που ενυπάρχουν στις αφηγήσεις των γυναικών και αναφέρονται στις μάγισσες. Κυρίως, όμως, να πούμε ότι η μαγεία των αφηγήσεων, που σαγηνεύουν (σαγήνη = δίχτυ) και γοητεύουν (πβλ. γοητεία – γη-τειά) είναι διαχρονική και διατοπική για μικρούς και μεγάλους, είτε μιλούν για μάγισσες είτε όχι».

Η ώρα πέρασε και το φθινοπωρινό φεγγάρι έχει σηκωθεί ψηλά στον ουρανό. Τα μάτια βαραίνουν και ήδη το μυαλό ταξιδεύει πάνω σε σκουπόξυλα και ανακατεύει φίλτρα σε καζάνια. Μπορεί και τον κεραυνό που ακούστηκε από έξω να τον προκαλέσαμε εμείς. Μπορεί την καταιγίδα που έρχεται να τη φέραμε εμείς. Πού ξέρετε; Μπορούν τα πάντα να συμβούν όταν ανοίγουμε ένα παλιό βιβλίο. Ειδικά αν είναι δερματόδετο και έχει περίεργα σύμβολα επάνω του χαραγμένα. Ειδικά αν πούμε φωναχτά τις ιστορίες του. Γιατί μια ιστορία που λέγεται, απελευθερώνεται και ξαναρχίζει το ταξίδι.

πηγή: willowisps

You may also like

Comments

Leave a reply

More in LIFE