Στην παλιά εβραϊκή συνοικία της Βουδαπέστης, όπου βρίσκεται η μεγαλύτερη συναγωγή της Ευρώπης, στην οδό Ντόχανι, συμβαίνει κάτι απρόσμενο κάθε Κυριακή πρωί. Ένα κτίριο του 19ου αιώνα, με εσωτερική αυλή, που παλιότερα λειτουργούσε ως εργοστάσιο κατασκευής σομπών και σήμερα φιλοξενεί ένα-δυο μπαρ, μεταμορφώνεται σε μια μικρή αγορά με παραγωγούς από κοντινές περιοχές..
Η ιστορία έχει ως εξής. Το 1944 δημιουργήθηκε στη συγκεκριμένη συνοικία το κλειστό γκέτο της Βουδαπέστης, όπου εγκλείστηκαν οι Εβραίοι της πόλης μέχρι να απελευθερωθούν από τον ρωσικό στρατό τον Ιανουάριο του 1945. Σταδιακά, η γειτονιά άρχισε να εγκαταλείπεται και τα κτίρια παρέμεναν ανεκμετάλλευτα για πολλές δεκαετίες. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 εμφανίστηκαν τα πρώτα μπαρ, με πρωτοπόρο το Szimpla, που μετέτρεψαν σταδιακά την περιοχή σε κέντρο νυχτερινής ζωής.



Τον Ιούνιο του 2012, με σκοπό να δοθεί στους μικρούς Ούγγρους παραγωγούς ένας χώρος όπου θα μπορούσαν να πουλούν απευθείας τα προϊόντα τους χωρίς μεσάζοντες, αξιοποιήθηκε η αυλή του Szimpla Kert, που στα ουγγρικά σημαίνει «απλός κήπος». Την πρωτοβουλία ανέλαβαν οι ιδιοκτήτες του μπαρ μαζί με τη μη κερδοσκοπική εταιρεία Agri Kulti, η οποία αναπτύσσει πρωτοβουλίες για τη σύνδεση των μικρών παραγωγών με τους καταναλωτές, και ένας τοπικός σύλλογος που διεκδικούσε μια πιο βιώσιμη γειτονιά. Έκτοτε, μικροκαλλιεργητές από τις γύρω περιοχές, όπως το Ντάμπας, που βρίσκεται νότια της ουγγρικής πρωτεύουσας, εκθέτουν τα προϊόντα τους, κερδίζοντας ένα εισόδημα που τους επιτρέπει να μείνουν στον τόπο τους. Ταυτόχρονα, κάτοικοι και επισκέπτες έχουν πρόσβαση σε τοπικά τρόφιμα, από πάπρικες και μπαχαρικά μέχρι αλλαντικά, τυριά και λαχανικά.
Πάπρικα, ω πάπρικα!


«Από τότε που πέθανε η γιαγιά μου, άρχισα να βοηθάω τη μητέρα μου. Τα καλλιεργούμε όλα μόνοι μας, σε μικρές ποσότητες, ενώ η καυτερή σάλτσα είναι χειροποίητη», λέει η είκοσι επτά χρονών Κρίστι Τοθ. Μαζί με τη μαμά της, Τζουλιάνα, πουλάνε καρότα, αχλάδια, δαμάσκηνα, μικρές κολοκύθες και σπιτικές μαρμελάδες, ενώ στον πίσω πάγκο διαθέτουν αλλαντικά από πάπια. Απέναντί τους, σε έναν μακρόστενο πάγκο με καρό τραπεζομάντηλο, εκθέτουν τις πάπρικές τους ο Τσόμπα Χίντεγκ και η κόρη του Σάρα. Κοντά στη λίμνη Μπάλατον, τη μεγαλύτερη λίμνη γλυκού νερού της Ευρώπης, η οποία φημίζεται για τα τηγανητά της ψάρια, όπως η γλυκιά τσιπούρα, καλλιεργούν διάφορες ποικιλίες πιπεριάς, από τις οποίες παρασκευάζεται η πάπρικα. «Η πάπρικα διαδόθηκε στην Ουγγαρία κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, τον 16ο και τον 17ο αιώνα. Ουσιαστικά, υπάρχουν οχτώ βασικές κατηγορίες του μπαχαρικού, από απαλές έως έντονα καυτερές», περιγράφει ο Τσόμπα, καθηγητής αγγλικών και γερμανικών, ο οποίος επισκέπτεται τη συγκεκριμένη αγορά την τελευταία πενταετία. Του αρέσει πολύ, γιατί μπορεί να εξασκεί τις γλώσσες που γνωρίζει και να συναντάει απρόσμενους ανθρώπους. «Πάπρικα χρησιμοποιούμε πολύ, σχεδόν παντού. Τη βάζουμε στο γκούλας, στο πόρκολτ (φαγητό κατσαρόλας με βάση το κρέας), αλλά και στις ψαρόσουπες και στα αλλαντικά», καταλήγει.
Τυρί παρένιτσα και τοπικά αλλαντικά


Γύρω μας, κόσμος πηγαινοέρχεται, δοκιμάζοντας, ψωνίζοντας και ρωτώντας τους παραγωγούς για τα καλούδια τους. Εκτός από τουρίστες, υπάρχουν και κάτοικοι, οι οποίοι έχουν βάλει τη μικροσκοπική αγορά στην κυριακάτικη βόλτα τους. «Αυτό το καπνιστό λουκάνικο από μοσχάρι δεν το βρίσκω πουθενά! Είναι πεντανόστιμο και αρκετά καυτερό, ό,τι πρέπει για τη μεσημεριανή μπίρα», λέει η Αννα Κόβατς, εξήντα επτά χρονών. Από τότε που άνοιξε η αγορά, έρχεται γύρω στις δέκα, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη ρουτίνα. Πίνει έναν γρήγορο καφέ, γυρίζει όλους τους πάγκους και παίρνει μεζέδες για το κυριακάτικο τραπέζι. Ίσα-ίσα γεμίζει μια σακούλα με προϊόντα, καθώς ψωνίζει μικρές ποσότητες.
Με πηγαίνει στον μοναδικό πάγκο με τυροκομικά, όπου βρίσκονται η Κίτι και ο Ερντεϊ Τίμπορ. Με τα αδύναμα αγγλικά της προσπαθεί να κάνει τη μεταφράστρια. «Ερχόμαστε τρία χρόνια στην αγορά. Πράγματι, μας έχει βοηθήσει πολύ, κυρίως γιατί μας γνωρίζει ο κόσμος», αναφέρει η Κίτι. Μέσα στη βιτρίνα τους έχουν τυριά από αγελαδινό και γίδινο γάλα, με την παρένιτσα, ένα ημίσκληρο τυρί σε σχήμα κουλούρας, με κομματάκια πιπεριάς, να κλέβει τις εντυπώσεις.


Οσο δοκίμαζα τα τυριά, ο Περικλής, ο φωτογράφος, μου έκανε νόημα ότι έπρεπε να φύγουμε για να προλάβουμε το αεροπλάνο. Είχαν περάσει τρεις ώρες —η αγορά κλείνει στις 14:00— κι ούτε που το είχα καταλάβει. Ηταν ωραίο το συναίσθημα να σουλατσάρεις στην κυριακάτικη αγορά, όπου η ιστορική μνήμη της γειτονιάς συνυπάρχει με τα μπαρ στις παλιές αυλές και τους μικρούς παραγωγούς στην καρδιά της πόλης.










Comments