0
«ΠΑΣΟΚ… ωραία χρόνια…». Μια σύντομη φράση, με δυσδιάκριτα όρια και διαφορετικές ερμηνείες. Eνας μύθος που αφορά την εποχή που το ΠΑΣΟΚ ήταν mainstream, κατά τη σύγχρονη ορολογία, όχι εκείνη της εποχής της γέννησής του, πριν ακριβώς από 52 χρόνια, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974 από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Και αφορά την περίοδο 1974-2010, με επίκεντρο ωστόσο τα κυβερνητικά χρόνια μεταξύ 1981 και 2004, με ένα μικρό διάλειμμα. Και που αναλόγως ερμηνεύεται είτε αποθεωτικά, με έντονα στοιχεία νοσταλγίας, είτε χλευαστικά, απαξιωτικά, γίνεται ακόμη και σάτιρα. Ή ακόμα και κάτι ενδιάμεσο, με ασαφή και ανάμεικτα χαρακτηριστικά.

Για πολλούς, πάντως, υποδηλώνει πραγματική νοσταλγία. Για τα «ωραία χρόνια» της ευμάρειας, της άνετης ζωής, της ανόδου του βιοτικού επιπέδου των πολλών, χωρίς να επιβαρύνεται εκείνη των λίγων. Αλλά με δανεικά από το μέλλον και αδιαφορία για αυτό. Εποχές όπου οι καταστάσεις με τα λεφτά στην τσέπη να τελειώνουν στα μισά του μήνα ή τα μισά νοικοκυριά να μην μπορούν να πάνε διακοπές και να καθυστερούν να πληρώνουν τους λογαριασμούς του ρεύματος και του τηλεφώνου έμοιαζαν αδιανόητες, εξωπραγματικές. Αλλά την ίδια ώρα υποθηκευόταν το μέλλον της επόμενης γενιάς ή γενεών χάριν της καλοπέρασης της «γενιάς της Αλλαγής». Κάποιοι -λίγοι είναι η αλήθεια- προειδοποιούσαν τότε, ακόμα και από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ, αλλά εις μάτην.

Η πρώτη τετραετία

Για όσους τότε ενηλικιώθηκαν με το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, τα «ωραία χρόνια» υπενθυμίζουν την ξέγνοιαστη, ασφαλή και πλούσια καθημερινότητα. Για πολλούς, κυρίως νεότερους αλλά όχι μόνο, συμβολίζουν το πιο σημαντικό κομμάτι των παθογενειών συνολικά του πολιτικού συστήματος, που κόστισαν πολύ ακριβά στη χώρα, καθώς εν πολλοίς οδήγησαν στη μεγάλη κρίση των μνημονίων, φτάνοντας την οικονομία στο χείλος της καταστροφής και την κοινωνία στα όρια της αποσύνθεσης και της διάλυσης.

Η αλήθεια είναι βεβαίως περίπλοκη. Στην πρώτη τετραετία του (1981-1985) ο Ανδρέας Παπανδρέου αδιαφόρησε παντελώς για τη δημοσιονομική πειθαρχία, καθώς προείχε η ριζική ενίσχυση μισθών και συντάξεων και η θεμελίωση του κράτους πρόνοιας, που μέχρι τότε ήταν υποτυπώδες. Παράλληλα, επικράτησε η λογική της μετατροπής των κοινοτικών πόρων σε άμεσο χρήμα, υποτιμώντας τη σημασία της σχεδιασμένης βάσει συγκροτημένου σχεδίου με σαφείς ιεραρχήσεις και προτεραιότητες χρήσης τους, για την οικονομική ανάπτυξη και παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας και την ενίσχυση των κοινωνικών υποδομών.

3 Σεπτεμβρίου, αναμνήσεις από τα «ωραία χρόνια»: Όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν mainstream, μόδα και εξουσία
Την Πρωτοχρονιά του 2002 ο Κώστας Σημίτης κάνει ανάληψη από ATM τα πρώτα ευρώ

Μοιραία, πολλές αλλαγές υπονομεύθηκαν στην πορεία και από πολλούς από εκείνους που κλήθηκαν να τις υπηρετήσουν. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρχικά αντέδρασε, φρέναρε αυτή την πορεία και ανέκρουσε πρύμναν, στη συνέχεια μάλλον συμβιβάστηκε χάριν εκλογικών σκοπιμοτήτων και στη δεύτερη θητεία του επανήλθε με άλλο, σαφώς πιο ώριμο πρόσωπο και επιλογές για την οικονομική πολιτική, ανοίγοντας τον δρόμο της χώρας προς την προοπτική του ευρώ. Κάτι που διασφάλισε ο διάδοχός του Κώστας Σημίτης, έστω με ορισμένους αστερίσκους και ατέλειες.

Μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν την Ελλάδα

Πέρα από τις ερμηνείες, όμως, για το τι τελικά σήμαιναν και πώς εξαργυρώθηκαν τελικά αυτά τα «ωραία χρόνια», το σίγουρο είναι ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έγινε mainstream χάρη μόνο σε αυτά. Λόγω της ευημερίας και της καλύτερης προοπτικής που δημιούργησε για τα κάποτε ασθενέστερα οικονομικά στρώματα. Και την εποχή αυτή, αρκετοί δεν την αναπολούν μόνο για την οικονομική άνεση. Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα που παρέδωσε το 2004 η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη δεν είχε καμία σχέση με εκείνη που είχε παραλάβει η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου του 1981.

Στα 23 χρόνια -πλην 3,5 της διακυβέρνησης Κωνσταντίνου Μητσοτάκη που μεσολάβησαν- υπήρξαν πολιτικές, δημοκρατικές, οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν την Ελλάδα προς το καλύτερο. Αρκούν μόνο ορισμένες λέξεις για να τις περιγράψουν: ΕΣΥ, ΑΣΕΠ, ΚΕΠ, ΟΝΕ, ευρώ, μεγάλα έργα, Κύπρος, εξοπλισμοί, Ολυμπιακοί Αγώνες, ΜΟΠ, ευρωπαϊκά προγράμματα, Αυτοδιοίκηση, εθνική συμφιλίωση, σύνταξη αγρότισσας, ΕΚΑΣ, ΚΑΠΗ, αποποινικοποίηση μοιχείας, πολιτικός γάμος, ισότητα δύο φύλων, ψήφος στα 18, e-gov, και άλλα πολλά ακόμα.

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι το ΠΑΣΟΚ, υπό τον ταλαντούχο ηγέτη του Ανδρέα Παπανδρέου αξιοποίησε μια ιδανική συγκυρία, πολιτική, οικονομική και κοινωνική, για να προχωρήσει σε αλλαγές που είχαν ήδη ωριμάσει στη συνείδηση του λαού. Και για τη δυτική Ευρώπη αποτελούσαν ήδη κεκτημένο. Και η ερώτηση είναι απλή: γιατί αυτές οι αναγκαίες αλλαγές, τομές και μεταρρυθμίσεις δεν είχαν ήδη πραγματοποιηθεί, αφού ήταν ώριμες; Και κατ’ επέκταση, αν δεν υπήρχε το ΠΑΣΟΚ για να τις τρέξει, πότε θα έπαιρναν σάρκα και οστά; Τι μορφή θα είχε σήμερα η Ελλάδα αν δεν είχαν προηγηθεί η περίοδος ΠΑΣΟΚ;

Υπάρχει βεβαίως και ο αντίλογος. Πάλι με λέξεις, όπως π.χ. άλωση κράτους-κομματισμός, χρηματιστήριο, Ιμια, διαφθορά, ρουσφέτια, αποβιομηχάνιση. Είναι κι άλλα. Και δεν είναι λίγα.

3 Σεπτεμβρίου, αναμνήσεις από τα «ωραία χρόνια»: Όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν mainstream, μόδα και εξουσία
Τον Οκτώβριο του 1988, ο Ανδρέας Παπανδρέου επιστρέφει από το Λονδίνο μετά την επέμβαση καρδιάς στο Νοσοκομείο Χέρφιλντ. Τον ακολουθεί η Δήμητρα Λιάνη, με την οποία θα παντρευτούν τον Ιούλιο του 1989

Η διαχρονική επιρροή

Στην περίοδο της ωρίμανσης και των «ωραίων χρόνων» που ακολούθησαν, το ΠΑΣΟΚ δεν ήταν απλά ένας πολιτικός και κομματικός οργανισμός που διοικούσε την Ελλάδα. Ηταν πολλά παραπάνω. Επέδρασε θετικά ή αρνητικά στους Ελληνες και την ελληνική κοινωνία με τρόπο καταλυτικό και μακροχρόνιο. Αισθητά περισσότερο από άλλες κυβερνήσεις που προηγήθηκαν. Διαμόρφωσε νοοτροπίες, επηρέασε συνειδήσεις, επέβαλε συνήθειες, δημιούργησε και καθιέρωσε νέα πολιτική και κοινωνική κουλτούρα, χειραγώγησε καταστάσεις, οργάνωσε μηχανισμούς και κινητοποίησε λαϊκές και κοινωνικές δυνάμεις σε σημεία που κανένα κόμμα από συστάσεως του νεότερου ελληνικού κράτους δεν κατάφερε να πετύχει. Και ίσως ποτέ και στο μέλλον να το καταφέρει, τουλάχιστον όχι εύκολα, καθώς και οι συνθήκες και οι όροι του πολιτικού παιχνιδιού αλλάζουν ραγδαία.

Το αν όλα αυτά ήταν για καλό ή για κακό της χώρας και της ελληνικής κοινωνίας, θα το απαντήσει η Ιστορία στον κατάλληλο χρόνο. Αυτό που σε κάθε περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητο σχετίζεται με την επιρροή, την καταλυτική σφραγίδα που έβαλε το ΠΑΣΟΚ στο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, εντελώς αναντίστοιχο με τη σημερινή του παρουσία. Καθώς μετά τη βύθιση που ακολούθησε την τραγική διαχείριση της οικονομικής κρίσης από τον Γιώργο Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ επιβίωσε οριακά επί Ευάγγελου Βενιζέλου, διασώθηκε οριστικά χάρη στις ηρωικές προσπάθειες της Φώφης Γεννηματά, σταθεροποιήθηκε και αναπτύχθηκε περαιτέρω κάπως επί Νίκου Ανδρουλάκη, σε καμία περίπτωση όμως δεν δείχνει ικανό, προσώρας τουλάχιστον, να παίξει ρόλο πρωταγωνιστικό ανάλογο με εκείνο του παρελθόντος στο πολιτικό σκηνικό και τις κοινωνικές εξελίξεις και τη γενικότερη προοπτική της Ελλάδας.

Το ένα μέρος του πολιτικού δίπολου, που μέσα από τις αέναες διαφωνίες, συγκρούσεις, αλλά και συγκλίσεις, πήγε μπροστά τη χώρα από το 1974 και εντεύθεν. Το χειρότερο για το ΠΑΣΟΚ είναι και ότι έχασε και πολλές ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν στην πορεία ανάκαμψης, καθώς το κενό εκπροσώπησης στον χώρο της αντιπολίτευσης παραμένει πασιφανές εδώ και τέσσερα χρόνια πλέον.

3 Σεπτεμβρίου, αναμνήσεις από τα «ωραία χρόνια»: Όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν mainstream, μόδα και εξουσία
Ο Γιώργος Παπανδρέου χορεύει στο Συμπόσιο που διοργάνωσε το Ιδρυμα Α. Παπανδρέου στη Σάμο, τον Ιούλιο του 2002

Το «πράσινο» λεξιλόγιο

Μόνο τυχαίο αναφορικά με όλα τα παραπάνω δεν μοιάζει το ότι του ΠΑΣΟΚ… έπονται πολλά παράγωγα, που υποδηλώνουν αυτή την επιρροή στη νοοτροπία, στην ψυχολογία και τη συνείδηση του Ελληνα και της Ελληνίδας από την ίδρυσή του μέχρι και σήμερα. ΠΑΣΟΚ, Πασοκισμός, Πασοκοκρατία, Πασοκιάδα, Πασοκογενής, Πασοκάρα, αρχιΠασόκος, Παλαιο- και Νεο-πασόκος, Πασοκόφατσα και πάει λέγοντας.

Το ΠΑΣΟΚ, με πρώτο και καθοριστικό σε αυτό τον Ανδρέα Παπανδρέου, καθιέρωσε επικοινωνία, λεξιλόγιο, όρους, φράσεις που κυριάρχησαν στη ζωή και την καθημερινότητα των Ελλήνων, σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή και τελικά έμειναν στην Ιστορία. Μοναδικής ικανότητας αντίληψη από πλευράς του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν Διαδίκτυο και μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το επικοινωνιακό παιχνίδι παιζόταν και κρινόταν από την ακτινοβολία του πολιτικού ηγέτη στη Βουλή και το μπαλκόνι, καθώς και από την ισχύ των λόγων, των εικόνων και των συμβόλων. Πράσινος ήλιος της ελπίδας και της Αλλαγής.

Σε αντίθεση με αναλόγου διαμετρήματος πολιτικούς ηγέτες της εποχής του, ο Ανδρέας Παπανδρέου, επιβεβαιώνοντας το τεράστιο αυθεντικό πολιτικό ταλέντο, μέγεθος και εκτόπισμά του, όπως και το σημαντικό αποτύπωμά του στο γίγνεσθαι, παρήγαγε ογκώδες πολιτικό λεξιλόγιο. Από το «χρονοντούλαπο της Ιστορίας» στο οποίο τοποθέτησε πολλές φορές τη Δεξιά και το «όποιος διαφωνεί να κατέβει από το τρένο» για τους υπουργούς και βουλευτές που αμφισβητούσαν την κεντρική γραμμή -τη δική του δηλαδή- μέχρι τα «περήφανα νιάτα, τιμημένα γηρατειά» με τα οποία στις ομιλίες του επιχειρούσε να γεφυρώσει τα χάσματα μεταξύ των γενεών και το μεγάλο «ραντεβού με την Ιστορία» και το «η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες», δημιούργησε και ενέταξε ατόφιες στο σύγχρονο πολιτικό λεξιλόγιο λέξεις που έγιναν σύνθημα στα χείλη των οπαδών του, αλλά και σημεία αναφοράς τότε αλλά και μέχρι και σήμερα στον πολιτικό αλλά και στον απλό καθημερινό διάλογο, μέχρι ολόκληρες φράσεις-ατάκες που διαχρονικά κυριαρχούν.

«Αλλαγή», «αναδόμηση» (και όχι ανασχηματισμός), «κατεστημένο», «καμένη γη», «έθεσε εαυτόν εκτός Κινήματος», «το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία», «συμβόλαιο με τον λαό», «μη προνομιούχοι», «ρετιρέ του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ». Και ακόμη χαρακτηρισμοί όπως «Εφιάλτης» για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη όταν εξελέγη αρχηγός της Ν.Δ. το φθινόπωρο του 1984, κολακείες όπως ότι «δεν θα χαλάσουμε τα μπάνια του λαού» για πρόωρες εκλογές, ομολογίες όπως το «mea culpa» για την όξυνση στα Ελληνοτουρκικά το 1987 και τη συνάντηση με τον Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός που ακολούθησε, ειρωνεία για τις «άλλες δημοκρατικές δυνάμεις», όπως αποκαλούσε τα κόμματα της Αριστεράς όταν το ΠΑΣΟΚ συνεργαζόταν μαζί τους στις δημοτικές εκλογές, είτε το «ω γλυκύ μου ΕΑΡ» περιπαίζοντας το κόμμα ΕΑΡ (Ελληνική Αριστερά) της Ανανεωτικής Αριστεράς (Κύρκος κ.ά.), φυσικά το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» στην προεκλογική συγκέντρωση του ΠΑΣΟΚ στο Περιστέρι, στις εκλογές του Ιουνίου του 1989, είναι κάποιες από αυτές που όλοι θυμούνται ακόμα, κάτι που επιβεβαιώνει τη διαχρονική πανίσχυρη επιρροή του.

Μοναδικές ατάκες

Στις τάξεις του ΠΑΣΟΚ υπήρξαν όμως και άλλοι παραγωγοί λεξιλογίου και φράσεων που έμειναν στην Ιστορία. Μοναδικές ατάκες, που συνήθως σήμαιναν πολλά και υπαινίσσονταν ακόμα περισσότερα. Οχι πάντα για καλό λόγο όμως.

Για παράδειγμα, το περίφημο «ευχαριστώ την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών» του Κώστα Σημίτη ως πρωθυπουργού από το βήμα της Βουλής μετά τα δραματικά γεγονότα στα Ιμια. Είτε τα «πολιτιστικά κέντρα, όχι σκυλάδικα» όπως βάφτισε ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος τις νυχτερινές πίστες, τις οποίες αδιαλείπτως επισκεπτόταν. Ακόμη και της νεότερης εποχής, όπως το «λεφτά υπάρχουν» του Γιώργου Παπανδρέου στη ΔΕΘ του 2009, λίγο πριν τις εκλογές και την είσοδο της χώρας στα μνημόνια και που παρά τις εξηγήσεις που έδωσε αποδείχτηκε μοιραίο για τη χώρα, το ΠΑΣΟΚ και τον ίδιο. Οπως και το «μαζί τα φάγαμε» του Θεόδωρου Πάγκαλου, το 2011, που ισοπέδωσε τις ευθύνες πολιτικών και λαού για την κρίση.

Επίσης, το ιστορικό «Πρόεδρε, δεν αρέσουμε πια», που απηύθυνε στον Ανδρέα Παπανδρέου η Μελίνα Μερκούρη μετά την τρίτη διαδοχική εκλογική ήττα του 1989-90. Αν ζούσε σήμερα -και ήταν φυσικά στο ΠΑΣΟΚ-, μάλλον θα έλεγε ακριβώς την ίδια φράση στον Νίκο Ανδρουλάκη: «Πρόεδρε, δεν αρέσουμε πια».

Ή το «Γιώργο, χάσαμε», με το οποίο ο Γεράσιμος Αρσένης διασκέδαζε την αποτυχία του στην πρωθυπουργική εκλογή του Ιανουαρίου του 1996 για τη διαδοχή του Ανδρέα Παπανδρέου.

Υπάρχουν και δύο παρεξηγήσεις για ισάριθμες περιπτώσεις φράσεων. Η πρώτη αφορά την περίφημη διαπίστωση του Γιώργου Κατσιφάρα, υπουργού και επιστήθιου φίλου του Ανδρέα Παπανδρέου για το ότι «αν δεν υπήρχε ο Ανδρέας, δεν θα μας ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας μας», αφορώντας όλα τα υπόλοιπα στελέχη, ακόμη και τους πρωτοκλασάτους υπουργούς του ΠΑΣΟΚ. Ομως ο Κατσιφάρας δεν ήταν ο συγγραφέας της. Την υπέκλεψε. Σύμφωνα με τον ιδιαίτερο γραμματέα του Ανδρέα Παπανδρέου, Μιχάλη Ζιάγκα, διατυπώθηκε από τον Αντώνη Δροσογιάννη το 1978, στην ταβέρνα του Χατζάκου, πίσω από το ΚΑΤ, όπου γινόταν το γλέντι για τον γάμο του στενού συνεργάτη του Ανδρέα Παπανδρέου, Μάκη Παπασταύρου. Αλλά ο Κατσιφάρας την οικειοποιήθηκε.

Η άλλη αφορά τον διάλογο Ανδρέα Παπανδρέου – Ακη Τσοχατζόπουλου: «Τι ώρα είναι Ακη; Ο,τι ώρα θέλεις εσύ, Πρόεδρε». Ηθελε να αποδείξει την απόλυτη επιρροή του Ανδρέα Παπανδρέου στα υπάκουα στελέχη του ή το μέγεθος της πολιτικής υποταγής του Τσοχατζόπουλου ή και τα δύο. Ο Ακης Τσοχατζόπουλος, πάντως, ισχυριζόταν ότι τέτοιος διάλογος ουδέποτε υπήρξε και απέδιδε την κατασκευή του σε άλλο κορυφαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ.

3 Σεπτεμβρίου, αναμνήσεις από τα «ωραία χρόνια»: Όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν mainstream, μόδα και εξουσία
Λαμπεροί μέσα στα ακριβά τους κοστούμια ο Ακης Τσοχατζόπουλος και ο Ευάγγελος Γιαννόπουλος, το 1987, συνομιλούν κατά τη διάρκεια γιορτής για τη Νεολαία ΠΑΣΟΚ. Δίπλα τους, η Μελίνα

Με το ΠΑΣΟΚ καθιερώθηκαν όμως και άλλες λέξεις ή φράσεις στην καθημερινότητα των Ελλήνων, συχνά με αρνητική ή υποτιμητική χροιά και κοστοβόρα μηνύματα. Πρασινοφρουροί, κλαδικές, κομματόσκυλα, αυριανισμός και αυριανοτομπρισμός (ο Τόμπρας είχε κατηγορηθεί για υποκλοπές και απαντούσε με εξόχως τραχύ λόγο), «κόμμα και κράτος, Θόδωρος Τσουκάτος» που ακούστηκε σε συνέδρια του ΠΑΣΟΚ επί Σημίτη, «φόλα στον σκύλο της Δεξιάς», απάντηση στο «φόλα στον σκύλο του ΠΑΣΟΚ» το 1984, προέκυψαν οι «λοχαγοί», δηλαδή ανερχόμενα νέας γενιάς κομματικά στελέχη -αργότερα εμφανίστηκαν και στη Νέα Δημοκρατία-, οι «μιμίκοι», τα πρόσωπα δηλαδή του στενού περιβάλλοντος της Δήμητρας Λιάνη, οι «εκσυγχρονιστές» και οι «λαϊκιστές», οι τάσεις δηλαδή στο εσωτερικό του μετα-παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, εσχάτως και οι «κηπουροί» του Γ. Παπανδρέου κ.ά.

Πολιτική και κοινωνική κουλτούρα

Αλήθεια επίσης είναι ότι το ΠΑΣΟΚ εισήγαγε νέες συνήθειες, ήθη και έθιμα στην ελληνική πολιτική και κοινωνική κουλτούρα, ακόμα και στην απλή καθημερινότητα της ζωής των Ελλήνων. Γι’ αυτό έγινε και κραταιό στα πολιτικά πράγματα, κυριαρχώντας για σχεδόν 40 χρόνια. Φαίνεται ότι αυτό οφείλεται στην ιδιοφυή στρατηγική αντίληψη του ιδρυτή του για τα πράγματα, αλλά και στην προσωπική ικανότητά του όχι απλά να πείθει, αλλά να συνεγείρει τα πλήθη και να συστρατεύει δίπλα του ένα ικανό πολιτικό προσωπικό αφενός, μυριάδες φανατικούς οπαδούς αφετέρου. Χαρακτηριστικά ηγέτη μακράς πνοής για αυτούς, επιτομή λαϊκισμού και τυχοδιωκτισμού για τους απέναντι, που αντι-συσπειρώθηκαν.

Στην πρώτη περίοδό του, μέχρι το 1981, το ΠΑΣΟΚ της συγκρότησης εξέφρασε τον δυναμισμό και τη ριζοσπαστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας αμέσως μετά τη δικτατορία. Ενώνοντας τις γενιές του ΕΑΜ, του «114» και του Πολυτεχνείου. Μεγαλώνοντας και μπαίνοντας στην κυβερνητική του περίοδο, την πρώτη των «ωραίων χρόνων», άρχισε να δείχνει και τα πρώτα ελαττώματά του. Οι σημαντικές δημοκρατικές τομές και τα μεγάλα μεταρρυθμιστικά βήματα είχαν στην πορεία και παρενέργειες. Η κυριότερη αφορούσε την έφοδο και κατάληψη του κράτους, που το διαχειρίστηκε όπως κατηγορούσε την «επάρατο Δεξιά» ότι το έκανε. Διορισμοί αθρόοι για την αλλαγή των συσχετισμών, διώξεις των αντιφρονούντων για έλεγχο των εξελίξεων και άλλα πολλά.

Από την άλλη, έδωσε χώρο και ανέδειξε τελικά στο προσκήνιο τους οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένους των προηγούμενων εποχών, όμως παράλληλα, αρχικά στις παρυφές και στη συνέχεια μέσα στον πυρήνα της νέας σοσιαλιστικής κυβερνητικής εξουσίας εισέβαλαν νέα στοιχεία, δημιουργήθηκαν νέα επιχειρηματικά τζάκια και ένα παρασιτικό σύστημα διαμεσολαβητών της εξουσίας. Το χειρότερο, κάποια στιγμή η ηγεσία του «ηθικοποίησε» τρόπον τινά τα φαινόμενα διαφθοράς, απαλλάσσοντας στελέχη του από ευθύνες και μοιράζοντας συγχωροχάρτια. Μια πρώτη κομβική στιγμή, η φράση του Ανδρέα Παπανδρέου για το «δωράκι» των 500 εκατ. δραχμών σε διοικητή ΔΕΚΟ. Ωστόσο, η δικαίωσή του για το σκάνδαλο Κοσκωτά προς στιγμήν λειτούργησε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για άλλα σημαντικά στελέχη.

Στην πλήρη ωριμότητά του πια το ΠΑΣΟΚ, στη δεύτερη κυβερνητική του περίοδο, επί Ανδρέα Παπανδρέου και έπειτα Κώστα Σημίτη, όχι μόνο είχε χάσει τη φλόγα, τη ζωντάνια και τον δυναμισμό της πρώτης οκταετίας, αλλά σταδιακά διολίσθησε όλο και περισσότερο σε μη ηθικές πρακτικές και συμπεριφορές. Διόλου τυχαίο, ότι ακόμα και κορυφαία στελέχη του κατηγορήθηκαν για οικονομικά σκάνδαλα και προσωπικό παράνομο πλουτισμό, καταλήγοντας ακόμα και στη φυλακή.

Ηταν η άλλη, μια υπόγεια και αδιαφανής πλευρά που συνόδευσε τα «ωραία χρόνια» του ΠΑΣΟΚ. Η απόλυτη κυριαρχία στο πολιτικό τερέν οδήγησε στη μετάλλαξή του και τελικά στην αναπότρεπτη ραγδαία φθορά του, από την οποία πασχίζει ακόμα να ανακάμψει. Ο κόσμος, πολύς κόσμος, πράγματι, αναπολεί εκείνα τα «ωραία χρόνια». Αλλά εξοργίζεται όταν συνειδητοποιεί ότι αυτά ήταν εξόχως «αποδοτικά» για τις τσέπες κάποιων επιτήδειων της εξουσίας και γι’ αυτό πολύ δύσκολα επιστρέφει στην κοιτίδα του, παρότι η σημερινή ηγεσία του ΠΑΣΟΚ είναι «αθώα του αίματος».

3 Σεπτεμβρίου, αναμνήσεις από τα «ωραία χρόνια»: Όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν mainstream, μόδα και εξουσία
Ο Πάγκαλος σε ποδοσφαιρικό αγώνα τον Ιούνιο του 1998. Η φράση του «μαζί τα φάγαμε» προκάλεσε πολλές αντιδράσεις

Το κόμμα στη ζωή των Ελλήνων

Το ΠΑΣΟΚ και ο ιδρυτής του επένδυσαν πρωτίστως στο κόμμα. Με μέθοδο τη γνήσια αυτοργάνωση αρχικά, που ατυχώς εξελίχθηκε όχι πολύ αργότερα στην επιδίωξη βολέματος και απόκτησης προνομιακής πρόσβασης στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ έχτισε έναν απίστευτο στα ελληνικά και ευρωπαϊκά χρονικά κομματικό μηχανισμό μέχρι και 350.000-400.000 μελών. Χιλιάδες και οι τοπικές και κλαδικές οργανώσεις. Κάθε συνοικία στις πόλεις, κάθε κωμόπολη μέχρι σχεδόν κάθε χωριό και τοπική οργάνωση, το ίδιο στους εργασιακούς χώρους. Υποχρέωσε και τη Νέα Δημοκρατία να οργανωθεί αναλόγως για να σταθεί όρθια.

Οι Σύνοδοι της Κεντρικής Επιτροπής θεωρούνταν ιερές διαδικασίες. Η εξουσία του Εκτελεστικού Γραφείου είχε κάποτε απύθμενες διαστάσεις. Οι αποφάσεις του ήταν θέσφατα. Ο Ανδρέας Παπανδρέου την άφηνε να αναπτύσσεται ως αντίβαρο στους βουλευτές, αλλά πάντα την είχε υπό έλεγχο. Με την πρώτη τρόικα στην Ελλάδα, όχι του Τόμσεν και των λοιπών επί μνημονίων, αλλά των Ακη Τσοχατζόπουλου, Γιώργου Γεννηματά, Κώστα Λαλιώτη στο Ε.Γ. του ΠΑΣΟΚ. Το Συνέδριο της διαδοχής του 1996 μεταδόθηκε ολόκληρο ζωντανά από την τηλεόραση, με ρεκόρ τηλεθέασης.

Οταν χάθηκε η εξουσία, όμως, με τον γδούπο των μνημονίων, εκτός από το φυλλορρόημα των υψηλόβαθμων στελεχών του ΠΑΣΟΚ προς τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Δημοκρατία, ερημώθηκαν και οι πάλαι ποτέ σφύζουσες από ζωή κομματικές οργανώσεις. Αποδείχτηκε ότι η κύρια συγκολλητική ουσία και για πολλούς πρώην κορυφαίους και για απλά μέλη ήταν τα οφέλη της εξουσίας.

Η ισχύς της εικόνας

Το ΠΑΣΟΚ επένδυσε πολύ στην εικόνα. Ιδίως στη μέσω αυτής επίδειξη ισχύος και υπεροχής. Και δικαιώθηκε. Οι τεράστιες συγκεντρώσεις αποθέωσης του Ανδρέα Παπανδρέου ήταν βεβαίως καταρχάς αποτέλεσμα της ελκτικής δύναμης και της μαγευτικής επιρροής που ασκούσε στις μάζες ο ίδιος. Οι «λαοθάλασσες» ήταν πραγματικές. Αλλά μέσω της σκηνοθετικής ιδιοφυΐας του Τάσου Μπιρσίμ και των οργανωτικών σχεδιασμών του «συγκεντρωσιάρχη» Γιώργου Παναγιωτακόπουλου λάμβαναν μυθικές διαστάσεις. Πλαστικές σημαίες, πανό, ταμπούρλα, τραγούδια, «Κάρμινα Μπουράνα», «Καλημέρα Ηλιε» και «Ο Ηλιος ο Πράσινος» έγιναν σήματα κατατεθέντα σε αυτές τις απίστευτες συγκεντρώσεις, σε ένα πραγματικό λαϊκό παραλήρημα άμα τη εμφανίσει του ηγέτη, που τις αποκαλούσε «μυσταγωγία της Δημοκρατίας» και με σχεδόν καθιερωμένο τελετουργικό 5-6 αποχωρήσεων και επανεμφανίσεών του για αποχαιρετισμό στο τέλος. Εννοείται πως η Ν.Δ. ακολούθησε και ανταγωνίστηκε επάξια το ΠΑΣΟΚ. Αλλά και διόλου τυχαίο το ότι με τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, η εποχή αυτή άλλαξε ανεπιστρεπτί. Η συγκέντρωση του πλήθους, βέβαια, στην κηδεία του ήταν η μεγαλύτερη όλων των εποχών…

Τα ζεϊμπέκικα

Σήμα κατατεθέν της λαϊκής ρίζας του ΠΑΣΟΚ και της υπεροχής του αποτέλεσε και η ροπή στο ζεϊμπέκικο. Πρώτος διδάξας και εδώ ο Ανδρέας Παπανδρέου, λάτρης του Βασίλη Τσιτσάνη και της Ρίτας Σακελλαρίου, που πάντως απέφευγε τη δημόσια έκθεση. Υπήρξαν πολλοί μιμητές του στη συνέχεια, εκδηλώθηκαν ανοιχτά όμως μόνο αφότου ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ έφυγε από τη ζωή.

Ισως ήταν ο φόβος της σύγκρισης; Πάντως, τον… λεβέντικο χορό ξεκίνησε πρώτος ο Ακης Τσοχατζόπουλος από το Σεράγεβο, όταν ως υπουργός Εθνικής Αμυνας επισκέφθηκε την ελληνική δύναμη που έδρευε εκεί, συμμετέχοντας στη διεθνή ειρηνευτική δύναμη. Οι εικόνες έφτασαν στην Ελλάδα και έδωσαν πόντους στο προφίλ του. Ακολούθησαν τα ζεϊμπέκικα του Γιώργου Παπανδρέου και μάλιστα με συνοδεία παλαμάκια του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Ισμαήλ Τζεμ, του Κώστα Σκανδαλίδη, ακόμα και του Ευάγγελου Γιαννόπουλου, μέχρι πια και της Φώφης Γεννηματά, είτε σε κέντρα διασκέδασης είτε σε σπίτια, με το απαραίτητο πάντα τηλεοπτικό υλικό, που έγιναν συνώνυμα της ισχύος της «πράσινης» εξουσίας σε εκείνα τα «ωραία χρόνια».

3 Σεπτεμβρίου, αναμνήσεις από τα «ωραία χρόνια»: Όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν mainstream, μόδα και εξουσία
Ο Ακης Τσοχατζόπουλος το 1999, στη Λήμνο, σε στρατιωτική άσκηση με… μενού έναν αστακό

Τα εμβληματικά στέκια

Το ΠΑΣΟΚ δεν επέβαλε ενδυματολογία στα στελέχη του, επηρεάζοντας κατ’ επέκταση και τους οπαδούς του. Βεβαίως το θρυλικό ζιβάγκο του Ανδρέα Παπανδρέου άφησε εποχή. Η γραβάτα, όμως, μπήκε πολύ νωρίς στην εικόνα του, όπως και όλου του ΠΑΣΟΚ, πριν καν τις εκλογές του 1977, όταν εκτοξεύτηκε στο 25,37 % και αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση. Οι πλέον παρατηρητικοί, όμως, αντελήφθησαν ότι προϊόντος του χρόνου, τα απλά ελληνικά κοστούμια και τα ταγέρ υπουργών και βουλευτών αντικαταστάθηκαν από τις πανάκριβες δημιουργίες ξένων οίκων όχι μόνο για αυτούς, αλλά φτάνοντας ακόμα και στους οδηγούς τους (!), γενικώς όλους όσοι παροικούσαν την «πράσινη» Ιερουσαλήμ.

Κάτι ανάλογο συνέβη με τα στέκια των στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Με τη δημιουργία και την ανάπτυξή του από τα πρώτα χρόνια, κάποια μπαρ, καφετέριες, ζαχαροπλαστεία και βέβαια ταβέρνες έγιναν εμβληματικά σημεία συνάθροισης των στελεχών του νέου κόμματος. Μάλιστα την 3η Σεπτέμβρη, όταν ανακοινώθηκε η ίδρυση του ΠΑΣΟΚ και ο Ανδρέας Παπανδρέου διάβασε την ιστορική ιδρυτική διακήρυξη του Κινήματος, πολλοί είχαν ξεκινήσει από το περίφημο καφέ-ζαχαροπλαστείο της «Σόνιας», στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, καθώς εκεί σύχναζαν από την εποχή του ΠΑΚ κιόλας. Πρώτοι την ανακάλυψαν λόγω γειτονιάς, οι Τάκης Παπαγεωργόπουλος και Θανάσης Τσούρας. Ενώ σύχναζε εκεί και η Ασπα Μανδηλαρά. Αργότερα, ανάμεσα σε καφέδες, ποτά και μεταμεσονύκτιες μακαρονάδες, διαμορφώθηκε μια πρώτη ευάριθμη παρέα από σημαίνοντα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, ανάμεσά τους και ο Κώστας Λαλιώτης, που σύχναζαν εκεί μέχρι που το Κίνημα έγινε κυβέρνηση το 1981.

Αλλα σημεία συνάντησης, πρωί, μεσημέρι και βράδυ των στελεχών του ΠΑΣΟΚ στο κέντρο της πρωτεύουσας ήταν το περίφημο «Ντόλτσε» στην οδό Σκουφά, δίπλα στον Αγιο Διονύσιο. Από αυτό αργότερα περνούσε σχεδόν καθημερινά ο Κώστας Λαλιώτης, αλλά και αναρίθμητα ακόμα στελέχη του κόμματος.

Το ουζερί του «Τσέλιγκα», στη συμβολή Ζωοδόχου Πηγής – Αραχώβης, και οι ταβέρνες του «Μπαρμπα-Γιάννη» στη γωνία Εμμανουήλ Μπενάκη – Δερβενίων και «Λεύκα» στη Μαυρομιχάλη αποτέλεσαν επίσης σημεία συναντήσεων των «πράσινων» στελεχών, αφότου τα γραφεία του ΠΑΣΟΚ μεταφέρθηκαν στη Χαριλάου Τρικούπη 50.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου μαζί με στενούς συνεργάτες και φίλους του (Γιώργος Κατσιφάρας, Μιχάλης Ζιάγκας και κάποιοι λίγοι ακόμα) επισκεπτόταν συχνά το «Περιβόλι του Ουρανού» στην Πλάκα, απέναντι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, όπως και το «Χάραμα» στην Καισαριανή λόγω Βασίλη Τσιτσάνη και Σωτηρίας Μπέλλου. Οταν το έμαθαν τα άλλα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, πήγαιναν συχνά εκεί μήπως και πετύχουν τον πρόεδρο.

Με τα χρόνια το ΠΑΣΟΚ άλλαξε, όπως και οι συνήθειες των στελεχών του. Τα «ωραία χρόνια», οι υπουργικές Mercedes βόλευαν για τις μετακινήσεις και τα «πράσινα» στέκια μετακινήθηκαν προς το Κολωνάκι («Brasserie» στον πεζόδρομο της Βαλαωρίτου και «17» στη Λυκαβηττού), το Νέο Ψυχικό (τα παλιά «Deals» και «Διόσκουροι» και το «La Strada»), την Κηφισιά και αλλού. Καμιά σχέση με το παρελθόν. Παρόμοια και σήμερα…

Οι «επιζώντες»

Από τα 149 πρόσωπα που υπέγραψαν την Ιδρυτική Διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ της 3ης Σεπτέμβρη του 1974, σήμερα βρίσκονται εν ζωή περίπου 40. Προ διετίας και με αφορμή την επέτειο των 50 χρόνων, η ηγεσία του Κινήματος προσκάλεσε κάποια από αυτά τα ιδρυτικά μέλη στις εκδηλώσεις που διοργάνωσε στο Ζάππειο. Αρκετοί είναι δραστήριοι και σήμερα ή παρακολουθούν εξ αποστάσεως τα τεκταινόμενα. Ανάμεσά τους πιο γνωστοί είναι οι Κώστας Λαλιώτης, Πέτρος Λάμπρου, Απόστολος Κακλαμάνης, Γιάννης Τσεκούρας, Κίμων Κουλούρης, Μιχάλης Σάλλας κ.ά. Ακόμη, ο Στέφανος Τζουμάκας που είναι εκτός ΠΑΣΟΚ εδώ και χρόνια.

Από την πρώτη, μόλις 12μελή Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ που προέκυψε από τις κάλπες της 17ης Νοεμβρίου 1974, με ένα αποτέλεσμα πολύ κατώτερο των προσδοκιών που είχαν δημιουργηθεί, απόλυτα απογοητευτικό, 13,4%, μοναδικός επιζών είναι ο 90χρονος Απόστολος Κακλαμάνης, υπουργός πολλών κυβερνήσεων του Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά και επί 11 συναπτά έτη πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, ο μακροβιότερος όλων των εποχών.

Ακόμα και η εποχή της νίκης της 18ης Οκτωβρίου του 1981, με το μεγαλειώδες 48,07%, φαντάζει πολύ μακρινή. Από την πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, σήμερα ζουν οι Απόστολος Κακλαμάνης, Παρασκευάς Αυγερινός, Γιώργος Μωραΐτης, Δημήτρης Πιτσιώρης, Μανόλης Δρεττάκης, Στάθης Παναγούλης, Παναγιώτης Ρουμελιώτης και Στάθης Γιώτας.

Φωτογραφία: Αρχείο Ιδρύματος Ανδρέα Παπανδρέου

You may also like

Comments

Leave a reply