0

«Ξύπνησε ένα βράδυ η γη […]
Την ένιωσα να κουνιέται, να σαλεύουν οι φλέβες της
με το διάφανο αίμα χιλιετηρίδων.
Τα δάχτυλα τη ήταν οι κορυφογραμμές,
σουβλερά και ροζιασμένα,
με πόρους αναρίθμητους και ρόζους απάνθρωπους. […]
Θρόνος της ήταν η πλάκα του τάφου,
βλέμμα της του καντηλιού η σπίθα,
φωνή της του νεογέννητου το κλάμα.
Κρατούσε στο χέρι τον αργαλειό και το δέντρο,
το θαμμένο κόκκαλο και την θράκα της πυροστιάς. […]»
-Χρυσόστομος Τσαπραΐλης

Οκτώβρης, έξω βρέχει, μυρίζει χώμα. Ο ηλεκτρισμένος από τα αστροπελέκια αέρας κάνει τις τρίχες στο σβέρκο σου να σηκώνονται. Εδώ και μέρες έχει σταματήσει να είναι ζεστός και χαδιάρικος, το άγγιγμα του μοιάζει περισσότερο με νύχι που σέρνεται απαλά στην πλάτη σου. Ύστερα είναι και αυτές οι σκιές που αρχίζουν να φέρνουν βόλτες από νωρίς τώρα που το σκοτάδι έρχεται πριν την ώρα του. Και εκείνα τα παλιά λόγια που ψιθυρίζουν πως τα πέπλα μεταξύ των κόσμων αυτές τις μέρες γίνονται όλο και πιο διάφανα, σαν να ‘ναι πλεγμένα από ιστούς αράχνης, σχεδόν ανύπαρκτα. Κι έτσι όπως φυσάει είναι ένα τίποτα να σκιστούν και οι κόσμοι να ανακατευτούν. Ποιοι κόσμοι; Αυτοί του τώρα και του άλλοτε, του πάνω και του κάτω, της λογικής και του παραλόγου. Αυτοί οι κόσμοι που κάποτε ήταν συνέχεια ανακατεμένοι και που τώρα ανυπομονούν να ανακατευτούν ξανά. Έτσι απλά, με ένα φύσημα του ηλεκτρισμένου αέρα.

«Εε! Και αν ανακατευτούν τι θα γίνει;» μου λες. Οι παράξενοι κάτοικοι τους θα ξυπνήσουν και θα έχουν όρεξη για επισκέψεις! Θα αρχίσουν να κυκλοφορούν ξανά, εδώ στο τώρα όπως κάποτε. Θα σεργιανάνε στα στενά δρομάκια, κάτω από τις στέγες και στα ξέφωτα. Θα τους ακούσεις να ψιθυρίζουν, να ουρλιάζουν, να κλαίνε και να τραγουδούν. Μπορεί να φέρουν τύχη, μπορεί και ατυχία, ζωή αλλά και θάνατο. Και αν παρασυρθείς, θα τα έχουν καταφέρει! Δεν θα ‘σαι ποτέ ξανά ο ίδιος, αν καταφέρεις να γλυτώσεις. Αρκετοί χάσανε την μιλιά τους, κάποιοι τα λογικά τους και άλλοι τα πάντα.

Ένα πέπλο ανασηκώνεται ελαφρά από τον αέρα· αρκεί για να δούμε τα Στοιχειά που τριγυρνάνε ψιθυρίζοντας από πίσω. Πλάσματα που έχουν τη μορφή φιδιού, με ένα ή δύο κεφάλια, ή της γουστέρας ή ενός μικρού άσχημου ανθρωπάκου. Άλλες φορές μοιάζουν με μικρά κριάρια και άλλες με ολόχρυσο πετεινό. Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας το στοιχειό το λένε και Χρουσοφλιδάκι ή Κλειδί της γης. Δεν τα βλέπουν παρά μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι, τα νιώθουν όμως όλοι. Συχνάζουν στα σπίτια, στις σπηλιές, στα χωράφια και τα πηγάδια. Κυκλοφορούν τις νύχτες και ενώ πιστεύεται ότι φέρνουν καλοτυχία, αλίμονο σε όποιον τα πειράξει και τους κάνει κακό. Τότε μεγάλη συμφορά και θανατικό θα πέσει στο σπίτι του. Τα στοιχειά του νερού πρέπει κανείς να τα προσέχει ακόμα περισσότερο. Στη Σάμο οι νοικοκυρές άφηναν αποβραδίς γεμάτες με νερό τις στάμνες, αφού αν το στοιχειό διψούσε και δεν έβρισκε να πιει νερό θα έπνιγε όλους όσους κοιμόντουσαν στο σπίτι. Τα στοιχειά λατρεύουν να κλέβουν πράγματα που αφήνουμε εδώ κι εκεί. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τα χάνουν μα είναι ο ίσκιος, το στοιχειό, που τα παίρνει, τα κρύβει και τα φυλάει σαν θησαυρό. Κι αν κάποιος το μαρτυρήσει και πει πως έχασε κάτι και πως του το πήρε ο ίσκιος, τότε κάτι κακό θα πάθει.

Τα στοιχειά τα λένε και Περγαλιά. Περγαλιό λέγεται ο ίσκιος του σπιτιού κι έτσι Περγαλιό μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος αν τύχει να περάσει τη στιγμή που ρίχνονται τα θεμέλια ενός σπιτιού και ο ίσκιος του πλακωθεί από τις πέτρες. Τότε ο ίσκιος γίνεται στοιχειό, γίνεται Περγαλιό, ένα ανθρωπάκι κοντό, μαυριδερό, με γαλανά μάτια και φεσάκι, σαν παιδάκι τεσσάρων-πέντε χρονών. Είναι καλόβουλο αλλά πολλές φορές πάει και πλακώνει τους ανθρώπους στον ύπνο τους. Αν, όμως, ο πλακωμένος του πάρει το φέσι τότε το Περγαλιό θα του πει πού είναι ο θησαυρός του και ο άνθρωπος θα ευτυχήσει. Αν απ’ την άλλη το Περγαλιό θυμώσει, μπορεί να σε ξυλοφορτώσει, να σε ρίξει από τις σκάλες, να πλημμυρίσει το σπίτι σου και χίλια δυο τέτοια κακά. Τέλος, λένε πως τα στοιχειά συχνάζουν στα σπίτια που έχει σκοτωθεί άνθρωπος ή που έχει κρυφτεί χρυσάφι, ουρλιάζοντας τις νύχτες για το αίμα που χάθηκε ή για το χρυσάφι το θαμμένο.

Ένα δεύτερο πέπλο όμως ανασάλεψε. Και από πίσω του άλλα πλάσματα γυροβολάνε. Τα λένε Χαμοδράκια ή Σμερδάκια και λένε πως πρόκειται για τα παιδιά που πεθαίνουν αβάπτιστα. Το βράδυ ακούς το κλάμα τους, που θυμίζει τούτο του μωρού, και τις παιδικές φωνούλες τους και σου έρχεται να βγεις στα σκοτεινά στενά να τα περιμαζέψεις. Μην το κάνεις! Μπορεί να μοιάζουν με μικρά παιδιά αλλά είναι δαιμόνια. Στο στόμα τους έχουν ένα αναμμένο κάρβουνο και βγάζουν φωτιά από μέσα. Βγαίνουν μονάχα να σεργιανίσουν τα βράδια, αργά, όταν το σκοτάδι γίνεται βαρύ και ασήκωτο. Και άμα δεν βρούνε άνθρωπο ζωντανό να του χιμήξουνε ορμάνε στα ζώα. Και αν θες να τα διώξεις τότε ένα πράμα πρέπει να κάνεις: Να μαζέψεις παλιά παπούτσια από τα μνήματα των πεθαμένων, να πάρεις κέρατα κατσίκας καθώς και μαλλί και πίσσα, να τα ανακατέψεις και να τους βάλεις φωτιά. Ο τόπος θα βρομίσει από την κάπνα, έτσι πρέπει. Σαν μείνει μόνο η μαύρη στάχτη από τη φωτιά θα την πάρεις και θα την κάνεις σαν ζυμάρι και με αυτό θα σημαδέψεις την περιοχή σου και τα ζωντανά σου. Έτσι λένε θα αργήσουν να σου ξανάρθουν τα χαμοδράκια.

Και φτάσαμε κιόλας στο τρίτο πέπλο, το κόκκινο, το αραχνοΰφαντο. Και πάλι μια ανάσα έρχεται καταπάνω του και το ανασηκώνει. Μια κλεφτή ματιά και βλέπουμε από πίσω μια γυναίκα. Είναι πανέμορφη και χτενίζει τα μακριά της μαλλιά. Σαν κοιτάξεις όμως καλύτερα θα δεις πως δεν έχει μόνο δύο πόδια αλλά πολλά περισσότερα. Το ένα είναι χάλκινο, το άλλο γαϊδουρινό ενώ το τρίτο κατσικίσιο. Μπορεί να σε γελούν τα μάτια σου, αλλά έχεις την εντύπωση πως και άλλα πόδια παράξενα είδες να κρύβονται κάτω από τα φουστάνια της. Αυτή είναι η Λάμια ή Λάμνια. Θα την βρεις κοντά σε τρεχούμενα νερά να κάθεται και να χτενίζεται, αλλά μην ξεγελαστείς είναι επικίνδυνη! Μπορεί να σε χτυπήσει και να σε τραυματίσει ή μπορεί βαριά αρρώστια να σου ρίξει. Όπως και να έχει στα σίγουρα ένα βήμα πιο κοντά στον θάνατο θα σε φέρει. Υπάρχουν βέβαια και οι Λάμιες οι θαλασσινές. Αυτές χορεύουν και τραγουδούν πάνω από τα κύματα. Πετάγονται με κρότο από το νερό, πετούν ψηλά στον αέρα και ύστερα πάλι με έναν μεγάλο κρότο πέφτουν στη θάλασσα. Οι ναυτικοί τις φοβούνται γιατί στις Λάμιες τις θαλασσινές αρέσουν οι τρικυμίες. Και άμα πλανέψουν κάποιο καράβι τότε αυτό οδηγείται ίσια στο χαμό. Μόλις βουλιάξουν το καράβι, μπερδεύουν τους ναυαγούς με φωνές και τραγούδια, κάνοντάς τους να νομίζουν πως οι ανθρώπινες λαλιές έρχονται από τη στεριά. Αυτές όμως τους παρασύρουν όλο και πιο βαθιά στη θάλασσα μέχρι που τους πνίγουν.

Όσο νυχτώνει τόσο πιο διάφανα γίνονται τα πέπλα που χωρίζουν τους κόσμους. Και να που ένα ακόμα μας αφήνει να κρυφοκοιτάξουμε από πίσω του. Γριές γυναίκες είναι μαζεμένες εκεί. Είναι οι Στρίγγλες. Γριές γυναίκες παραδομένες στην μαγεία. Γνωρίζουν από διαβολικές σκόνες και αλοιφές, και βοτάνια. Αν κάποιος μπει εμπόδιο στα μάγια τους, με μια μόνο ανάσα μπορούν να τον σκοτώσουν. Άμα βρουν μωρό μόνο του να κλαίει πάνε και του βυζαίνουν αίμα και αν το μωρό δεν πεθάνει επί τόπου τότε μια ζωή μένει άρρωστο και τρελαμένο. Συνήθως κατοικούν στα βουνά μα κατεβαίνουν συχνά στα χωριά και τις πολιτείες· έρχονται λέει καβάλα σε καλάμια βγάζοντας φωτιές από το στόμα τους. Τα νύχια τους είναι μυτερά και όποιον βρουν στον διάβα τους τον γδέρνουν.

Τα πέπλα όμως σαν αρχίζουν να εξαφανίζονται ή είναι ιδέα μου; Πολλά πλάσματα ακόμα θα απελευθερωθούν, άλλα γνωστά και άλλα όχι τόσο, δράκοι, ξωθιές, βραχνάδες, βρικόλακες και φαντάσματα, φόβοι και δαίμονες προσωπικοί. Οι κόσμοι θα ενωθούν ξανά και δεν είναι ασφαλές να συνεχίσουμε να τριγυρνάμε… Ήρθε η ώρα να γυρίσουμε στο φως και την ασφάλεια του σπιτιού. Να σφαλίσουμε τις πόρτες και ό,τι φωνή κι αν ακούσουμε να μας καλεί να μην αποκριθούμε γιατί πού ξέρετε; Αν υπάρχει μια δόση αλήθειας σε όλα αυτά, μπορεί να είναι το τελευταίο πράγμα που θα κάνουμε!

πηγή: willowisps

You may also like

Comments

Leave a reply

More in ΕΛΛΑΔΑ