0

Η εγχώρια παραγωγή μπύρας μέσα σε μια δεκαετία έχει καταφέρει να ξεχωρίσει από εκείνη της μαζικής παραγωγής και έχει αποσπάσει το 1,5%-2% της αγοράς.

Σε μια χρονιά που όλα δείχνουν ότι η αγορά μπύρας θα καταφέρει να επουλώσει τις «πληγές» της πανδημίας, οι αντοχές της εγχώριας μικροζυθοποιίας συνεχίζουν να δοκιμάζονται.

Το αυξημένο κόστος στις πρώτες ύλες και στην ενέργεια σε συνδυασμό με το ακριβό μεταφορικό κόστος ανατρέπουν τους σχεδιασμούς και όλοι ελπίζουν πως το αναμενόμενο ρεκόρ του τουρισμού θα λειτουργήσει εξισορροπητικά, τουλάχιστον έως ότου επανέλθει μια σχετική κανονικότητα στην εφοδιαστική αλυσίδα.

Όπως αναφέρει μιλώντας στο «Βήμα» ο πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης Ζυθοποιών, Σοφοκλής Παναγιώτου, ένας εκ των ιδρυτών της Μικροζυθοποιίας Septem στην Εύβοια, πέραν του ενεργειακού κόστους οι αυξήσεις στα βασικά στοιχεία της παραγωγής, όπως η βύνη και οι φιάλες, είναι πολύ μεγάλες.

Σε ό,τι αφορά τη βύνη η αύξηση κυμαίνεται στο 50%, ενώ το κόστος για τις φιάλες έχει ανέβει 40%-45%, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει βγάλει εκτός 10 μεγάλες υαλουργίες που λειτουργούσαν στη χώρα αυτή.

Παρά τις ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες και στα μεταφορικά, ο κ. Παναγιώτου λέει ότι οι αυξήσεις που έκαναν οι εταιρείες κυμαίνονται σε μέσο χαμηλό ποσοστό (5%-7%) απορροφώντας οι ίδιες το μεγαλύτερο ποσοστό της ανόδου.

Ο επικεφαλής της Septem είναι ξεκάθαρα αισιόδοξος για εφέτος δηλώνοντας ότι το 2022 δείχνει θετικά σημάδια. Μάλιστα αναφέρει ότι ο τζίρος της εταιρείας του ξεπέρασε το «καλό» 2019 ήδη από πέρυσι και συνεχίζει ανοδικά.

Περιθώρια ανάπτυξης

Αν και τα πολυεθνικά σήματα είναι αυτά που βρίσκονται στον «αφρό», η εγχώρια μικροζυθοποιία δείχνει να έχει μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, με δεδομένο ότι μέσα σε μια δεκαετία έχει καταφέρει να αποσπάσει το 1,5%-2% της αγοράς μπίρας, και μάλιστα χωρίς να διαθέτει την κεφαλαιακή δύναμη των μεγάλων ζυθοποιών.

Να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων ξεπήδησαν δεκάδες μικροζυθοποιοί και άρχισαν να δραστηριοποιούνται στην εγχώρια αγορά στην αρχή ερασιτεχνικά και στη συνέχεια επαγγελματικά. Ετσι πλέον craft μπύρα (ή boutique ή artisan, όπως αποκαλείται διεθνώς η «έντεχνη» μπύρα για να ξεχωρίσει από εκείνη της μαζικής παραγωγής) παράγεται σχεδόν σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Μάλιστα, αρκετοί μικροζυθοποιοί «έσπασαν» τα όρια της τοπικής αγοράς έχοντας αρχίσει εξαγωγές μέχρι και στην Αυστραλία και στις ΗΠΑ.

«Το ποσοστό αυτό μπορεί να αυξηθεί με τη βοήθεια του τουρισμού αλλά και την αλλαγή κουλτούρας των καταναλωτών» είχε δηλώσει πρόσφατα ο Γιάννης Μαρμαρέλλης, ιδρυτής της Σερραϊκής Siris Microbrewery που παράγει την μπίρα Voreia.

Η Siris πριν από λίγους μήνες εξαγοράστηκε από τον κυπριακό όμιλο Photos Photiades που με αυτή την κίνηση εισέρχεται παραγωγικά στην Ελλάδα, διευρύνοντας το προϊοντικό χαρτοφυλάκιο της ελληνικής θυγατρικής του Beverage World. Παρά την 100% εξαγορά της, η Siris διατηρεί την αυτονομία της.

Οι πρωτοπόροι…

Μέχρι το 1997 που ο Παύλος-Απόστολος Εμμανουηλίδης άνοιξε τη Μικροζυθοποιία Craft στο Χαλάνδρι εγκαταλείποντας την έδρα του καθηγητή Στρατηγικού Μάνατζμεντ στο κορυφαίο Πανεπιστήμιο Bocconi στο Μιλάνο, ελάχιστοι ήξεραν στην Ελλάδα για την παραγωγή φρέσκιας μπίρας.

Η συνέχεια ήρθε αρκετά χρόνια μετά, το 2009, στο Ωρολόγιο Ευβοίας, όπου ο Σοφοκλής Παναγιώτου και ο αδερφός του, Γιώργος, δημιούργησαν τη Septem.

Η Santorini Brewing Company, στη Μέσα Γωνιά της Σαντορίνης, ένα μικρό ζυθοποιείο με σήμα τον γάιδαρο (Donkey) ξεκίνησε το 2011, ενώ η Παπαδημητρίου Εμ. ΑΒΕΕ – Ελληνική Ζυθοποιία Ρόδου είναι η πρώτη εταιρεία που δημιούργησε μικροζυθοποιία σε ελληνικό νησί.

Η μικροζυθοποιία Kykao ξεκίνησε το 2011 στο Πλατάνι Πατρών, από μια ομάδα μηχανικών, τότε φοιτητές, και δεν είχαν καμία σχέση με το αντικείμενο, ενώ από το 2012 η Μικροζυθοποιία Χίου παράγει και εμφιαλώνει στον Κάμπο της Χίου τη φρέσκια μπίρα Χίου.

Την ίδια χρόνια άρχισε να λειτουργεί και η Μικροζυθοποιία Κυκλάδων στην Τήνο, που εδώ και μια δεκαετία γράφει το δικό της success story.

Η Μικροζυθοποιία Σερρών και Βορείου Ελλάδος (Siris MicroBrewery) και η µικροζυθοποιία Ελιξη στη ∆ροσιά Χαλκίδας ιδρύθηκαν το 2013.

…και οι συνεχιστές

Μεταξύ άλλων, η Μικροζυθοποιία Πάρου είναι από τις πιο πρόσφατες παρουσίες στον χώρο, όπως και η Μικροζυθοποιία Φολεγάνδρου.

Στις αφίξεις των τελευταίων χρόνων περιλαμβάνονται επίσης η Ζυθοποιία Θεσσαλίας με έδρα τα περίχωρα της Καρδίτσας, η Μικροζυθοποιία Θεσσαλονίκης, η Πρότυπη Μικροζυθοποιία Θεσσαλονίκης που εδρεύει στη Θέρμη και η Μικροζυθοποιία Ηπειρος που ιδρύθηκε το 2014 και έβγαλε στην αγορά το πρώτο της προϊόν τον Ιούλιο του 2016.

Η Noctua είναι η πρώτη μικροζυθοποιία στο κέντρο της Αθήνας, ενώ η Ζυθοποιία Αναστασίου είναι η μοναδική ζυθοποιία των βορείων προαστίων της Αττικής.

Μεγάλη δυναμική αλλά μικρή κατανάλωση

Τόσο τα μερίδια όσο και απόλυτος αριθμός των μικροζυθοποιείων στη χώρα μας δεν έχουν καμιά σχέση με ό,τι συμβαίνει στη Γαλλία (2.000 μικροζυθοποιίες με στοιχεία του 2020), στο Ηνωμένο Βασίλειο (1.815), στην Ελβετία (1.159), στη Γερμανία (901) ή στην Ιταλία (624), αλλά, όπως λένε οι εκπρόσωποι του κλάδου, η δυναμική υπάρχει, καθώς η μέση ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση μπίρας στην Ελλάδα είναι από τις χαμηλότερες στην ΕΕ, με μόλις 36-37 λίτρα, που το 2020 λόγω των κλειστών καταστημάτων εστίασης έπεσε στα 28 λίτρα.

Το ελληνικό σήμα που διχάζει

Εκτός από το παγκόσμιο trend για κατανάλωση μπύρας μικρών παραγωγών, η στροφή του καταναλωτικού κοινού προς τα ελληνικά προϊόντα τα τελευταία χρόνια έχει δώσει επίσης πόντους στις μικροζυθοποιίες. Την ίδια ώρα όμως και οι μεγάλοι παίκτες του κλάδου, θυγατρικές ξένων ομίλων, επιδιώκουν να επωφεληθούν από αυτή την τάση, τονίζοντας συνεχώς την ελληνικότητα των πρώτων υλών που χρησιμοποιούν.

Ποια λοιπόν θεωρείται ελληνική μπύρα; Το θέμα δεν φαίνεται να διευθετείται ούτε και με τον κανονισμό της Επιτροπής Ελληνικού Σήματος, που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 31 Αυγούστου.

Η Πρωτοβουλία ΕΛΛΑ-ΔΙΚΑ ΜΑΣ επισημαίνει ότι είναι λανθασμένη η επιλογή των κριτηρίων με βάση τα οποία αποδίδεται το «Ελληνικό Σήμα» στη ζυθοποιία καθώς υποστηρίζει ότι δεν μπορούν τα προϊόντα μιας θυγατρικής εταιρείας ιδιοκτησίας ξένων πολυεθνικών να χαρακτηρίζονται ελληνικά, ενισχύοντας κατά αυτό τον τρόπο την ανταγωνιστικότητά τους στο κοινό που επιζητεί αμιγώς ελληνικά προϊόντα, ελληνικής δημιουργίας και ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει την άποψη του μέλους της, Μικροζυθοποιία Κυκλάδων, ΝΗΣΟΣ, που εκφράζει τη θέση ότι για να φέρει ένα προϊόν το «Ελληνικό Σήμα» δεν αρκεί μόνο να παράγεται στη χώρα αλλά απαιτούνται επιπλέον τα κριτήρια της ιδιοκτησίας και της έδρας να βρίσκονται στην Ελλάδα.

Από την πλευρά του ο κ. ο Σοφοκλής Παναγιώτου ερωτώμενος σχετικά από το «Βήμα» αναφέρει ότι δεν συντρέχει λόγος ύπαρξης του «Ελληνικού Σήματος», καθώς δεν προσφέρει κάτι παραπάνω σε θέματα ποιότητας, ενώ επισημαίνει ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί.

Ο αριθμός των παραγωγών ξεπερνά τους 100

Με βάση τα στοιχεία της ευρωπαϊκής ομοσπονδίας ζυθοποιών «Brewers of Europe», η οποία περιλαμβάνει 29 ενώσεις ζυθοποιών από ισάριθμα ευρωπαϊκά κράτη, στην Ελλάδα το 2011 δραστηριοποιούνταν 7 μικροζυθοποιίες.

Σύμφωνα με τον Σοφοκλή Παναγιώτου, σήμερα η εγχώρια μικροζυθοποιία μετρά 55 – 60 επιχειρήσεις. Αν μάλιστα προσμετρήσουμε και τις νομαδικές ζυθοποιίες που παράγουν σε εγκαταστάσεις τρίτου (δεν συνυπολογίζονται τυπικά στις μικροζυθοποιίες), ο αριθμός των μικροζυθοποιών ξεπερνά τους 100.

Οι περισσότερες ενάρξεις επιχειρήσεων, 14 τον αριθμό, έγιναν το 2016, ενώ 9 νέες μικροζυθοποιίες ξεκίνησαν να «βράζουν» τις μπίρες τους το 2019. Ακόμη και το 2020, εν μέσω αυστηρών lockdowns, 5 νέες επιχειρήσεις ξεκίνησαν τη λειτουργία τους.

Μέσα στη δεκαετία υπήρξαν και αποχωρήσεις, ωστόσο το ενδιαφέρον παραμένει έντονο, λένε παράγοντες της αγοράς.

πηγή: ot

You may also like

Comments

Leave a reply

More in ΕΛΛΑΔΑ