0

ΕΔΩ ΚΑΙ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ, ο τουρισμός έχει αναχθεί σε συνώνυμο της ελληνικής οικονομίας. Το αφήγημα της «βαριάς βιομηχανίας» λειτουργεί ως αυτοεπιβεβαίωση ενός μοντέλου που αποδίδει άμεσα αλλά δεν εγγυάται ανθεκτικότητα.

Μια χώρα που διαθέτει πολιτισμική ποικιλία, τοπική παραγωγή και ανθρώπινο κεφάλαιο περιορίζει την ανάπτυξή της σε έναν τομέα εξ ορισμού ευμετάβλητο και εποχικό.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο τουρισμός αποτελεί πηγή πλούτου – είναι πώς και σε ποιον βαθμό αυτός ο πλούτος μεταφράζεται σε πραγματική ανάπτυξη.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ της Ελλάδας και η ιδιαιτερότητα που έχει μπορεί να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της θεωρίας των τριών τομέων (Three-Sector-Theory), όπως τη διατύπωσαν οι οικονομολόγοι Colin Clark (1940) και Jean Fourastie (1949).

Αλέξης Ζαφείρης

Σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, κάθε οικονομία εξελίσσεται διαχρονικά από τον πρωτογενή τομέα (γεωργία, αλιεία κ.λπ.) στον δευτερογενή (μεταποίηση, βιομηχανία) και, τελικά, στον τριτογενή (υπηρεσίες, εμπόριο, τουρισμός).

Η μετάβαση αυτή θεωρείται δείκτης προόδου, εφόσον όμως στηρίζεται σε μια ισχυρή παραγωγική βάση, που διασφαλίζει τη διασύνδεση των τομέων.

Παρότι το σχήμα αυτό έχει δεχθεί κριτική, παραμένει χρήσιμο ως εργαλείο ερμηνείας της υπερβολικής εξάρτησης από τον τριτογενή τομέα και της ελλιπούς διασύνδεσης με τους άλλους δύο.

Η ΕΛΛΑΔΑ, ωστόσο, αποτέλεσε μια ιδιόμορφη παρέκκλιση του μοντέλου ClarkFourastie, καθώς βρέθηκε να εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον τριτογενή τομέα, χωρίς να έχει ολοκληρώσει τη φάση εκβιομηχάνισης του δευτερογενούς.

Έτσι, ο τουρισμός -αν και συμβάλλει καθοριστικά στο ΑΕΠ- λειτουργεί ως υπηρεσιακό υποκατάστατο και όχι ως βιομηχανική ατμομηχανή.

Η έλλειψη παραγωγικών συνδέσεων ανάμεσα σε γεωργία, μεταποίηση και τουρισμό δημιουργεί μια εύθραυστη οικονομία, εξαρτημένη από την εποχικότητα, τις υποδομές και τις εξωτερικές συγκυρίες, μια «βαριά βιομηχανία» χωρίς βιομηχανία.

Η ΈΝΝΟΙΑ της οικονομίας της εμπειρίας, όπως την ανέπτυξαν οι Αμερικανοί θεωρητικοί Joseph Pine και James Gilmore (1999), περιγράφει τη μετάβαση των σύγχρονων οικονομιών από την απλή παροχή υπηρεσιών στην παραγωγή εμπειριών, που διαθέτουν συναισθηματική και συμβολική αξία.

Σύμφωνα με τους Pine και Gilmore, οι καταναλωτές δεν αγοράζουν πλέον απλώς ένα προϊόν ή μια υπηρεσία, αλλά συμμετέχουν σε ένα σκηνικό όπου γίνονται οι ίδιοι μέρος της εμπειρίας.

Η αξία προκύπτει από τη μνήμη, την αίσθηση και τη μοναδικότητα του βιώματος. Στην περίπτωση του τουρισμού, η θεωρία αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο ταξιδιώτης δεν αναζητά μόνο διαμονή και αναψυχή, αλλά αφήγηση, ταυτότητα και αυθεντικότητα.

Ο ελληνικός τουρισμός, για να ξεπεράσει το στάδιο της τυποποιημένης υπηρεσίας, χρειάζεται να ενσωματώσει αυτό το μοντέλο της εμπειρίας, συνδέοντας την τοπική παραγωγή, τον πολιτισμό και το περιβάλλον σε ένα συνεκτικό αφήγημα.

Μόνο τότε η «βαριά βιομηχανία» του θα γίνει πράγματι βιομηχανία, με ουσιαστικό περιεχόμενο και βιώσιμη προοπτική.

ΚΑΘΕ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΟ μοντέλο παράγει εξωτερικότητες, δηλαδή επιδράσεις που δεν τιμολογούνται στην αγορά.

Γωγώ Καρακούση

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι αρνητικές εξωτερικότητες είναι εμφανείς. Υπερκατανάλωση νερού και ενέργειας, εισαγωγή τροφίμων, πίεση στις υποδομές, περιβαλλοντική φθορά. Η θετική εξωτερικότητα -η μετάδοση αξίας στις τοπικές κοινωνίες- παραμένει ασθενής και, για να αντιστραφεί αυτό, χρειάζεται εκπαίδευση, σύνδεση με την πρωτογενή παραγωγή και ενεργή συμμετοχή των κοινοτήτων.

Όταν ο τουρισμός αγοράζει από τον τόπο του, εκπαιδεύει τους ανθρώπους του και διαχειρίζεται τους πόρους του, τότε μετατρέπεται από καταναλωτή σε παραγωγό αξίας.

Αυτή είναι η ουσία μιας πραγματικά βαριάς βιομηχανίας, να δημιουργεί περισσότερο απ’ όσο καταναλώνει.

Και, αν οι εξωτερικότητες είναι το οικονομικό σύμπτωμα, η αδράνεια είναι το ψυχολογικό.

ΣΕ ΜΕΛΕΤΗ του Rasim Ozcan (2018), περιγράφεται το «Boiling Frog Syndrome», όπου ένας βάτραχος που τοποθετείται σε χλιαρό νερό δεν αντιλαμβάνεται τη σταδιακή αύξηση της θερμοκρασίας και μένει αδρανής, ώσπου να βράσει.

Ο συγγραφέας το χρησιμοποιεί, για να εξηγήσει γιατί οι οργανισμοί αποτυγχάνουν να αντιδράσουν σε σταδιακές, σωρευτικές αλλαγές στο περιβάλλον τους – όχι γιατί δεν τις βλέπουν, αλλά γιατί τις θεωρούν αρχικά διαχειρίσιμες.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον ελληνικό τουρισμό. Εθισμένος στις επιτυχίες των τελευταίων ετών, παραμένει μέσα στο καζάνι της εποχικότητας, ενώ οι θερμοκρασίες -κυριολεκτικά και μεταφορικά- ανεβαίνουν.

Οι υποδομές πιέζονται, οι πόροι στερεύουν, οι κοινότητες κουράζονται.

Αν δεν υπάρξει επίγνωση και έγκαιρη ψύξη, το σημείο βρασμού δεν θα αργήσει να έρθει.

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο του τουριστικού προϊόντος αλλά το θεμέλιό του.

Κάθε τόπος διαθέτει άυλο κεφάλαιο -προφορικές παραδόσεις, τοπικές τεχνικές, μουσικές, διατροφικές πρακτικές-, που συνιστούν αυτό που η UNESCO ορίζει ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά.

Αυτό το κεφάλαιο μπορεί να μετατραπεί σε πηγή αυθεντικότητας  και οικονομικής υπεραξίας, όταν ενταχθεί στρατηγικά στον τουριστικό σχεδιασμό.

Το ζητούμενο δεν είναι να «πουλήσουμε» το παρελθόν, αλλά να το επανερμηνεύσουμε δημιουργικά, να κάνουμε τις κοινότητες αφηγητές του ίδιου τους του τόπου. Η τουριστική εμπειρία τότε παύει να είναι καταναλωτική και γίνεται συμμετοχική.

Δεν αγοράζουμε απλώς τοπικό φαγητό, το μαγειρεύουμε μαζί με τους ανθρώπους που το κληρονόμησαν.

Αυτή η μετάβαση από τον τουρισμό του θεάματος στον τουρισμό της μνήμης είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει τον ελληνικό τουρισμό σε πολιτισμική βιομηχανία με παγκόσμιο αποτύπωμα.

Η ΝΕΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ του ελληνικού τουρισμού: από τον τουρισμό που πακέτου (allinclusive) στον τουρισμό της συμμετοχής (host-inclusive).

Η φιλοσοφία του Διεθνούς Δικτύου Hostelling International, που στηρίζεται στη συνεργασία, τη βιωσιμότητα και τη γνωριμία με τον τόπο μέσα από την εμπειρία της κοινότητας, δείχνει έναν διαφορετικό δρόμο.

Έτσι δεν αντιμετωπίζει τον ταξιδιώτη ως πελάτη, αλλά ως συμμέτοχο σε έναν κύκλο φιλοξενίας, μάθησης και ανταλλαγής.

Αυτό το μοντέλο ενσαρκώνει στην πράξη όσα υποστηρίζουν οι Pine και Gilmore, ότι δηλαδή η αξία δεν βρίσκεται στο «προϊόν» αλλά στη σχέση.

ΤΟ HOSTELLING είναι η πραγμάτωση μιας οικονομίας της εμπειρίας με κοινωνικό πρόσημο. Αντί να απορροφά πόρους, επενδύει στις κοινότητες. Αντί να παράγει απορρίμματα, παράγει συνείδηση. Αντί να πουλά διακοπές, προσφέρει γνώση και συμμετοχή.

Εδώ βρίσκεται η ευκαιρία για την Ελλάδα να διαμορφώσει ένα νέο πρότυπο τουρισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, ο ρόλος οργανισμών, όπως το HI Greece, δεν είναι περιφερειακός αλλά στρατηγικός.

Μπορεί να λειτουργήσει ως εργαστήριο καινοτομίας για βιώσιμες μορφές φιλοξενίας, να συνδέσει τη νεολαία με την πολιτιστική κληρονομιά και να διαμορφώσει κουλτούρα ταξιδιού που σέβεται τον τόπο.

Αν θέλουμε μια πραγματική «βαριά βιομηχανία», πρέπει πρώτα να επενδύσουμε στους ανθρώπους που τη ζουν, τη μαθαίνουν και τη μεταδίδουν.

Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ, αν ιδωθεί μόνο ως αριθμητικός δείκτης αφίξεων και εισπράξεων, παραμένει μια ψευδαίσθηση βιομηχανίας, αν όμως ιδωθεί ως πεδίο καλλιέργειας κοινωνικού κεφαλαίου, εμπιστοσύνης και τοπικής αυτάρκειας, τότε αποκτά πραγματική βιομηχανική δυναμική.

Το ζητούμενο για την Ελλάδα δεν είναι να αυξήσει τους τουρίστες, αλλά να αναβαθμίσει τη σχέση της μαζί τους και να μετατρέψει τη φιλοξενία σε ανταλλαγή γνώσης, πολιτισμού και εμπειρίας.

Ο δρόμος αυτός δεν περνάει από τους δείκτες πληρότητας των ξενοδοχείων, αλλά από την πληρότητα των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται στους προορισμούς.

Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ του μέλλοντος δεν θα μετριέται σε διανυκτερεύσεις αλλά σε στιγμές αυθεντικότητας, θα είναι ένας τουρισμός που θα στηρίζεται στις κοινότητες, στις μικρές παραγωγές, στην οικολογία και στην εκπαίδευση.

Ίσως λοιπόν, η πραγματική «βαριά βιομηχανία» της χώρας να είναι τελικά η ικανότητά της να μαθαίνει, να μετασχηματίζεται και να ξαναφτιάχνει το αφήγημά της.

Αν ο τουρισμός γίνει το εργαστήριο αυτής της μεταμόρφωσης, τότε δεν θα είναι πια ψευδαίσθηση αλλά θα είναι απόδειξη ωριμότητας.

 

πηγή

You may also like

Comments

Leave a reply

More in NEA