«Προσβολή και ύβρις» η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Ερντογάν εναντίον Κεμάλ Ατατούρκ, εσωτερικά διχασμένη χώρα η Τουρκία.

Share:

Την απόφαση της Τουρκίας να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί καταδίκασε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, αναφέροντας: «Η Ελλάδα καταδικάζει με τον πιο έντονο τρόπο την απόφαση της Τουρκίας να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί. Η απόφαση αυτή -και μάλιστα 85 χρόνια από την ανακήρυξή της ως μουσείου- προσβάλλει τον οικουμενικό χαρακτήρα της. Πρόκειται για επιλογή που προσβάλλει επίσης όλους όσοι αναγνωρίζουν το μνημείο ως κτήμα του παγκόσμιου πολιτισμού. Και, βεβαίως, επηρεάζει όχι μόνο τις σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα. Αλλά και τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Unesco και την παγκόσμια κοινότητα συνολικά. Είναι θλιβερό ότι η τουρκική ηγεσία, που εργάστηκε το 2005 για τη Συμμαχία των Πολιτισμών, επιλέγει σήμερα να κινηθεί στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση».

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Η εργαλειοποίηση της θρησκείας για την επιδίωξη κομματικών, γεωπολιτικών και γεωστρατηγικών σκοπιμοτήτων χαρακτηρίζει αυτόν που την επιχειρεί. Η προσβολή και η ύβρις δεν αφορούν μόνο στην Ορθοδοξία και στη Χριστιανοσύνη γενικότερα, αλλά και σε όλη την πολιτισμένη ανθρωπότητα, σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Είναι σκληρόν προς κέντρα λακτίζειν».

Γράφει       Βασίλης  Νέδος

Η τουρκική ιστορία, από την εποχή των Οθωμανών σουλτάνων της πρώιμης περιόδου, είναι γεμάτη από επεισόδια σκληρών και ανελέητων ενδοφυλετικών συγκρούσεων. Ο «βυζαντινισμός» της οθωμανικής αυλής ήταν πάντα το κυρίαρχο στοιχείο ενός αδηφάγου πολιτικού παιγνίου στο οποίο σπάνια κάποιος άνδρας κατάφερνε να επιβληθεί. Ο τελευταίος άνδρας σε αυτή τη μακρά σειρά ηγετών ήταν αδιαμφισβήτητα ο Κεμάλ Ατατούρκ, ο οποίος αλλαξε το ίδιο το παιχνίδι και οδήγησε την Τουρκία κοντύτερα στο δυτικό ευρωπαϊκό παράδειγμα, χρησιμοποιώντας ως βασικό μοχλό ένα στρατοκρατικό καθεστώς, το οποίο και επιβίωσε μέχρι πολύ πρόσφατα. Ξεκάθαρα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεωρεί ότι είναι ο επόμενος και επιθυμεί πέραν πάσης αμφιβολίας να αλλάξει ξανά το «τουρκικό παράδειγμα». Ανεξάρτητα από το αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με την αποστολή την οποία έχει αναθέσει ο Ερντογάν στον εαυτό του, είναι απολύτως σαφές ότι έχει μαζί του μια σοβαρή πλειοψηφία του τουρκικού λαού. Όσοι στέκονται απέναντί του είναι a priori πολύ δύσκολο να ενωθούν. Τα λεγόμενα αστικά και κοσμικά στρώματα δεν έχουν απολύτως κανένα κοινό με τον κουρδικό πληθυσμό ο οποίος για πρώτη φορά στην τουρκική ιστορία εμφανίζει μια τοσο ενιαία πολιτική στάση απέναντι στην Άγκυρα. Πρόκειται για ένα δεδομένο εξαιρετικά ανησυχητικό. Με βάση αυτά τα εσωτερικά δείγματα πρέπει να θεωρείται περίπου βέβαιο ότι ο Ερντογάν θα ακολουθήσει τη δική του, «μεταρρυθμιστική» ατζέντα για να κατασκευάσει μια πιο ισλαμική, λιγότερο κοσμική, Τουρκία.

Προς το παρόν στην κοσμική αντιπολίτευση, δεν φαίνεται να αναδύεται το άστρο κάποιου εξαιρετικά ταλαντούχου πολιτικού, ενώ οι κυνηγημένοι διανοούμενοι και αστοί της Τουρκίας τελούν υπό απηνή, προληπτικό διωγμό. Ο Ερντογάν θα παραμείνει κυρίαρχη πολιτική φιγούρα. Άλλωστε η ιδιότυπη απολυταρχία που διαμορφώνει, εξυπηρετεί ακριβώς αυτό το στόχο. Σε αυτό το πλαίσιο δεν θα πρέπει να λησμονείται ότι η Τουρκία δεν ήταν ποτέ ακριβώς δημοκρατία. Το μέγεθος και η γεωγραφική θέση της Τουρκίας αναγκαστικά λειτουργούν ως πολλαπλασιαστής των πολιτικών προβλημάτων της, με εξαγωγή των επιπτώσεων – είτε δια της ενέργειας είτε δια της αδράνειας – στον άμεσο περίγυρο της.

Όπως και σε άλλες στιγμές της ιστορίας της, η Τουρκία βρίσκεται σε εσωτερική κρίση σε μια εποχή που η άμεση γειτονία της έχει βυθιστεί σε πολεμική αναταραχή. Μια εσωτερικά διχασμένη χώρα με έναν άλλοτε κραταιό και νυν κοινωνικά και πολιτικά απαξιωμένο στρατό, δύσκολα μπορεί να πρωταγωνιστήσει στη περιφερειακή σκακιέρα αυτή τη στιγμή. Πολλώ δε μάλλον όταν η τουρκική εξωτερική πολιτική, απόλυτα υποταγμένη στην εσωτερική πολιτική ατζέντα του Ερντογάν, δεν θυμίζει σε πολλά πράγματα την πολυπλόκαμη διπλωματική παράδοση της Άγκυρας.

Αυτή η εσωτερική αβεβαιότητα θα ενισχύσει τις τριβές με τις δυνάμεις που ο Ερντογάν θεωρεί ως εχθρικές απέναντι στο όραμα του, ξεκινώντας με την Δύση. Προφανώς, σε αυτό το σημείο ξεκινούν τα προβλήματα αλλά και οι ευθύνες της Αθήνας να κατανοήσει και να τοποθετήσει την Ελλάδα σε ένα περιβάλλον που σχεδόν σίγουρα σε πέντε χρόνια από σήμερα (17 Απρ 2017) δεν θα θυμίζει σε τίποτα την νοτιοανατολική Μεσόγειο όπως τη γνωρίζαμε. Το κυπριακό σε συνδυασμό με την ορατή αποφασιστικότητα της Τουρκίας να συμμετάσχει στο μοίρασμα της ενεργειακής πίτας, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα άμεσο έλεγχο πραγματικότητας για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Share:

Leave a reply