«Μια γυναίκα δεν είναι άνθρωπος», μία αναπάντεχη ιστορία πολιτισμού και τιμής, μυστικών και προδοσιών, αγάπης και βίας.

Share:

Σε αυτό το πρώτο της μυθιστόρημα, η Ετάφ Ρουμ διηγείται την ιστορία τριών γενεών Παλαιστίνιων γυναικών της Αμερικής, οι οποίες αγωνίζονται να χαράξουν το δικό τους μονοπάτι στη ζωή και να εκφράσουν τις ατομικές τους επιθυμίες μέσα στα πλαίσια της αραβικής τους κουλτούρας και στον απόηχο της σκανδαλώδους ενδοοικογενειακής βίας στην κοινότητά τους. Πρόκειται για μία αναπάντεχη ιστορία πολιτισμού και τιμής, μυστικών και προδοσιών, αγάπης και βίας.
«Στην πατρίδα μου διδαχθήκαμε να φιμώνουμε τη φωνή μας. Μας δί­δαξαν ότι η σιωπή μας θα μας σώσει. Στην πατρίδα μου κρατάμε αυτές τις ιστορίες για τον εαυτό μας. Το να τις πούμε στον έξω κόσμο είναι κάτι το ανήκουστο, επικίνδυνο, η έσχατη ντροπή».

Παλαιστίνη 1990. Η δεκαεπτάχρονη Ισρά προτιμά να διαβάζει βι­βλία από το να υποδέχεται τους μνηστήρες που ο πατέρας της έχει επιλέξει για εκείνη. Μέσα σε μία εβδομάδα, αυτό το αφελές και ονειροπόλο κορίτσι αρραβωνιάζεται και παντρεύεται εν τάχει, ενώ σύντομα βρίσκεται να ζει στο Μπρούκλιν. Εκεί, η Ισρά αγωνίζεται να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της καταπιεστικής της πεθεράς Φαρίντα και του άγνωστου συζύγου της Αντάμ, μία πίεση που κορυφώνεται κα­θώς αρχίζει να γεννοβολάει παιδιά‧ τέσσερις κόρες αντί για τους γιους που η Φαρίντα της είπε ότι θα έπρεπε να γεννήσει.
Μπρούκλιν, 2008. Η δεκαοκτάχρονη Ντεγιά, η μεγαλύτερη κόρη της Ισρά, πρέπει να συναντήσει υποψήφιους συζύγους κάτω από την επιμονή της γιαγιάς της, της Φαρίντα, αν και η μόνη της επιθυμία είναι να πάει στο κολέγιο. Η Ντεγιά αναρωτιέται εάν οι προοπτικές της θα ήταν διαφορετικές στην περίπτωση που οι γονείς της επιζούσαν από το αυτοκινητικό δυστύχημα στο οποίο σκοτώθηκαν όταν εκείνη ήταν μόλις οκτώ χρονών. Πάντως η γιαγιά της είναι απόλυτη: ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσει η Ντεγιά ένα αξιόλογο μέλλον είναι το να παντρευτεί τον κατάλληλο άντρα.
Ωστόσο η μοίρα έχει άλλα σχέδια και σύντομα η Ντεγιά θα βρεθεί σε ένα απροσδόκητο μονοπάτι που θα την οδηγήσει σε συγκλονιστικές αλήθειες για την οικογένειά της‧ μια γνώση που θα την ανα­γκάσει να αμφισβητήσει όλα όσα νόμιζε ότι ήξερε για τους γονείς της, το παρελθόν, καθώς και το ίδιο της το μέλλον…

Γεννήθηκα χωρίς φωνή μια κρύα, συννεφιασμένη ημέρα στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Κανένας δεν μιλούσε ποτέ για την κατάστασή μου. Δεν ήξερα ότι ήμουν μουγκή, μέχρι που χρόνια αργότερα, όταν άνοιξα το στόμα μου για να ζητήσω αυτό που ήθελα, συνειδητοποίησα ότι κανένας δεν μπορούσε να με ακούσει. Στην πατρίδα μου το να μην έχεις φωνή είναι η συνθήκη του φύλου μου, τόσο φυσιολογική όσο τα στήθη στον κόρφο των γυναικών, τόσο απαραίτητη όσο η επόμενη γενιά που μεγαλώνει μέσα στην κοιλιά τους. Μα φυσικά, αυτό δεν θα σας το πούμε ποτέ. Στην πατρίδα μου μάθαμε να αποκρύπτουμε την κατάστασή μας. Διδαχθήκαμε να φιμώνουμε τη φωνή μας, ότι η σιωπή μας θα μας σώσει. Μόνο τώρα, πολλά χρόνια αργότερα, ξέρω ότι αυτό είναι λάθος. Μόνο τώρα, καθώς γράφω αυτήν την ιστορία, αισθάνομαι τη φωνή μου να έρχεται.

Δεν έχετε ξανακούσει αυτήν την ιστορία. Όσα βιβλία και να έχετε διαβάσει, όσες ιστορίες και να ξέρετε, πιστέψτε με: κανένας ποτέ δεν σας έχει ξαναπεί μιαν ιστορία σαν κι αυτή. Στην πατρίδα μου κρατάμε για τον εαυτό μας αυτές τις ιστορίες. Να τις πούμε στον έξω κόσμο είναι ανήκουστο, επικίνδυνο, η έσχατη ντροπή.

Η Ισρά απέφυγε το βλέμμα της. Ήξερε ότι η μητέρα της είχε δίκιο, όμως δεν μπορούσε να σχηματίσει μια εικόνα για τη ζωή στην Αμερική. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν ένιωθε να ανήκει ούτε στην Παλαιστίνη, εκεί όπου οι άνθρωποι ζουν προσεκτικά, ακολουθώντας την παράδοση ώστε να μην τους αποστρέφονται. Η Ισρά ονειρευόταν μεγαλύτερα πράγματα‧ να μην είναι αναγκασμένη να συμμορφώνεται με τις συμβάσεις, να ζήσει την περιπέτεια, και κυρίως τον έρωτα. Τη νύχτα, αφού τελείωνε το διάβασμα και έχωνε το βιβλίο κάτω από το στρώμα της, ξάπλωνε στο κρεβάτι της και αναρωτιόταν πώς θα ήταν αν ερωτευόταν, αν ήταν αμοιβαίο το αίσθημα. Μπορούσε να φανταστεί τον άντρα, ακόμα κι αν δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό του. Θα της έχτιζε μια βιβλιοθήκη με όλες τις αγαπημένες της ιστορίες και τα ποιήματα. Θα διάβαζαν δίπλα στο παράθυρο κάθε βράδυ‧ Ρουμί, Χαφέζ και Γκιμπράν. Θα του έλεγε τα όνειρά της και εκείνος θα άκουγε. Θα του έφτιαχνε τσάι μέντας τα πρωινά και τα βράδια θα σιγόβραζε σπιτικές σούπες. Θα πήγαιναν βόλτα στα βουνά, χέρι με χέρι, και θα αισθανόταν για πρώτη φορά στη ζωή της ότι άξιζε την αγάπη ενός άλλου ανθρώπου. Κοιτάξτε την Ισρά και τον σύζυγό της, θα έλεγαν οι άνθρωποι. Μια αγάπη που βλέπεις μόνο στα παραμύθια.

Η Ισρά ξερόβηξε. «Και ο έρωτας, μαμά;»

Η μητέρα της την αγριοκοίταξε μέσα από τον ατμό. «Τι ο έρωτας;»

«Πάντοτε ήθελα να ερωτευτώ».

«Να ερωτευτείς; Τι λες; Μήπως ανάθρεψα μια σαρμούτα;»

«Όχι, όχι…» δίστασε η Ισρά. «Τι θα γίνει όμως αν ο αρραβωνιαστικός μου κι εγώ δεν αγαπιόμαστε;»

«Να αγαπιέστε; Τι δουλειά έχει η αγάπη με τον γάμο; Νομίζεις ότι εγώ και ο πατέρας σου αγαπιόμαστε;»

Share:

Leave a reply