Αφιέρωμα στην Σικυώνια Γη (μέρος 4ο /7)

Share:

Κλεισθένης
(600 – 560 π.Χ.)

Ήταν ο πιο δυναμικός από τους Ορθαγορίδες. Κατά την διάρκεια της εξουσίας του, η Σικυών έγινε μεγαλύτερη βιομηχανική και εμπορική πόλη. Τα τριάντα χρόνια που κυβέρνησε ο Κλεισθένης την Σικυώνα, ήταν τα πιο σπουδαία για το μέλλον και την ιστορία της. Η εξύψωση που έφερε στον Ιωνικό πληθυσμό, είχε σαν αποτέλεσμα την αναγέννηση των τεχνών.

Οι Σικυώνιοι πρωτοπόρησαν σε όλες τις τέχνες, κυρίως στην ζωγραφική και γλυπτική. Καλλιτέχνες από όλη την Ελλάδα ήλθαν εδώ για να εργασθούν και να διδαχθούν.

Ο Κλεισθένης ακολούθησε σκληρή γραμμή σε ότι είχε να κάνει με το δωρικό στοιχείο. Καθαίρεσε την λατρεία του ήρωα Άδραστου, η οποία είχε πάρει θρησκευτικό χαρακτήρα, αποτελούμενη από χορωδίες και θεατρικό δράμα, και επανέφερε την παλαιά Διονυσιακή λατρεία, η οποία περιείχε διθύραμβο και χορούς, κλπ. Έδωσε στους πτωχούς και στην μεσαία τάξη καινούργιες ελευθερίες. Η αριστοκρατία εξαλείφθηκε τελείως. Έδωσε καινούργια ονόματα στις φυλές που κατοικούσαν στην Σικυώνα. Την δική του φυλή Αιγιαλείς, η οποία είχε πάρει το όνομα από τον Αιγίαλο, ονόμασε Αρχέλαοι (Άρχοντες του λαού), και τις άλλες τρεις φυλές ονόμασε Υάται (Γουρουνάκια), Χοιρεάται (Γουρούνια), Ονεάται (Γαϊδούρια), οι οποίες αντιπροσώπευαν τις τρεις δωρικές αριστοκρατικές τάξεις, Υλλείς, Δυμανείς και Πάμφυλοι. Εξήντα χρόνια μετά τον θάνατο του, οι Σικυώνιοι επανέφεραν πίσω τα παλαιά ονόματα.

Καινούργια πνοή και ενεργητικότητα έπνευσε στην πόλη, με όλες αυτές τις αλλαγές. Η μεταλλουργία αναπτύχθηκε σημαντικά, και άλλες βιομηχανίες όπως η κατασκευή μπρούτζινων και ασημένιων αγγείων(δημιούργησαν αριστουργήματα), βιομηχανία υποδημάτων(τα πιο φημισμένα παπούτσια), ενδύματα και η ήδη αναπτυγμένη γεωργία, έφεραν οικονομική ευημερία. Η Σικυών έγινε η χώρα της επαγγελίας.

Ο Δίποινος και Σκυλλίς, οι μαθητές(ή γιοι) του Κρητικού γλύπτη Δαίδαλου, μετανάστευσαν στην Σικυώνα (580-577 π.Χ.) και άνοιξαν σχολή Γλυπτικής. Η παράδοση αναφέρει ότι όταν πρωτοήλθαν στην Σικυώνα, άφησαν την δουλειά τους στην μέση και έφυγαν για την Αιτωλία (το έργο τους παρουσίαζε ένα σύμπλεγμα της φημισμένης Δελφικής ιστορίας του Ηρακλή, προστατευόμενος από την Αθηνά, η οποία προσπαθούσε να πάρει το τρίποδο από τον Απόλλωνα, προστατευόμενος από την Άρτεμη). Πανώλη έπεσε στην Σικυώνα, αμέσως μετά την αναχώρηση τους και οι Σικυώνιοι ζητώντας βοήθεια από το Μαντείο των Δελφών, πήραν τον χρησμό της Πυθίας, η οποία τους είπε ότι η πανώλη θα συνεχισθεί μέχρις ότου επιστρέψουν οι καλλιτέχνες και τελειώσουν το έργο τους στον ναό. Ο Πλίνιος αναφέρει, ότι αυτό πραγματοποιήθηκε με μεγάλες αμοιβές και προσευχές.

Ο Κλεισθένης ήταν άνθρωπος με πολλά ταλέντα, πολεμιστής και αθλητής, ο οποίος είχε κερδίσει στις αρματοδρομίες της Πυθίας(582 π.Χ.) και Ολυμπίας(572 π.Χ.). Γενναίος και εύγλωττος αρχηγός, γενναιόδωρος και αγαπητός, ένας άνθρωπος τον οποίο μπορούσες να εμπιστευθείς και πολιτική ιδιοφυΐα. Ήταν με το μέρος των φτωχών και υπό την κηδεμονία του η πόλη επανέκτησε την παλιά Ομηρική λάμψη, αν και είχε καταργήσει την απαγγελία των Ομηρικών ποιημάτων, τα οποία εκθείαζαν την τιμή των Αργείων.

Μετά την νίκη του στην αρματοδρομία της Ολυμπίας, διακήρυξε στους ευγενείς νέους, ότι όποιος ήθελε το χέρι της κόρης του Αγαρίστη, να έλθει στην Σικυώνα σε εξήντα μέρες, όπου και θα φιλοξενούνταν για ένα χρόνο, μέχρις ότου θα έκανε την διαλογή του πιο άξιου. Άρχισαν να έρχονται στην αυλή του μνηστήρες, από όλη την Ελλάδα. Ο Σμυνδρίδης από την Σύβαρη, έφερε μαζί του χίλιους δούλους. Ο Κλεισθένης δοκίμασε τις ικανότητες τους στην γυμναστική, στον χαρακτήρα, στην ευφυΐα και κοινωνική συμπεριφορά. Όταν τελείωσε ο χρόνος, κατέληξε σε δύο Αθηναίους υποψήφιους μνηστήρες, τον Ιπποκλείδη και τον Μεγακλή. Την καθορισμένη ημέρα της διαλογής, έκανε θυσία εκατό μοσχάρια. Κατά την διάρκεια της τελετής, ο Ιπποκλείδης άρχισε να χορεύει με παροξυσμό. Ο Κλεισθένης φανερά ενοχλημένος από την συμπεριφορά του, του είπε:

“Ω γιε του Τυσάνδρου, με τον χορό σου έδιωξες την νύφη”.

Έτσι διάλεξε τον Μεγακλή για το χέρι της Αγαρίστης. Από τον γάμο τους γεννήθηκε ο Κλεισθένης των Αθηνών. Από τον άλλον γιο τους, απέκτησαν τον εγγονό τους, Περικλή των Αθηνών.

(Ηροδότου Ιστορία)

Μία από τις μεγαλύτερες επιτεύξεις του Κλεισθένη ήταν η απελευθέρωση του Μαντείου των Δελφών από την πόλη της Κρίσσας (585 π.Χ.) και την κωμόπολη Κίρρα, η οποία φορολογούσε και λήστευε τους προσκυνητές που ερχόντουσαν στο λιμάνι της για να προσκυνήσουν το μαντείο. Με την βοήθεια της Αμφικτιονικής Συμμαχίας(Αθηναίων, Θεσσαλών), απέκλεισε με τον Σικυωνικό στόλο το λιμάνι και μετά από σθεναρή αντίσταση δέκα ετών, κατέλαβε την πόλη Κίρρα και την εξολόθρευσε(πρώτος Ιερός πόλεμος 595-585 π.Χ.).

Ο Κλεισθένης αναδιοργάνωσε τους Αγώνες στην Πυθία με μεγάλη λαμπρότητα, να γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια όπως και στην Ολυμπία, πρόσθεσε νέα αγωνίσματα (από ένας μουσικός διαγωνισμός που ήταν παλαιότερα, προστέθηκαν αρματοδρομίες, πάλη, τρέξιμο, κλπ.). Το μαντείο των Δελφών το πήρε υπό την προστασία της η Αμφικτιονική Συμμαχία, η οποία μετονομάσθηκε Δελφική Αμφικτιονία. Εδραίωσε επίσης αγώνες στην Σικυώνα, σύμφωνα με τους αγώνες στην Πυθία, και έχτισε καινούργιο Θησαυροφυλάκιο της Σικυώνος στους Δελφούς.

Ένα πράγμα που μπορεί να λεχθεί κατά του Κλεισθένη, είναι η σκληρή στάση που πήρε εναντίον της αριστοκρατίας. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την απότομη διακοπή της πλούσιας πολιτιστικής κληρονομιάς που είχαν δημιουργήσει και την οποία πολύ σωστά ο Ορθαγόρας και ο γιος του Μύρων είχαν αφήσει άθικτη. Παίρνοντας ως πηγή τον Ηρόδοτο, είναι φανερό ότι η τραγωδία είχε ήδη δημιουργηθεί επί Ορθαγόρα. (Τι άλλο παρά τραγωδία είναι, αδιάφορο σε πιο στάδιο εξέλιξης, οι παραστάσεις για τα παθήματα, κακοτυχίες και ηρωικά κατορθώματα του Άδραστου, με χορωδίες, κλπ., ?).

(Ηροδότου Ιστορία)

Το επιχείρημα, ότι η τραγωδία γεννήθηκε στην Σικυώνα, συμφωνεί με τις πηγές που αναφέρουν τον ποιητή Επιγένη της Σικυώνος, ως τον πρώτο άνθρωπο που έγραψε τραγωδία, και τους ισχυρισμούς των Δωριέων ότι ανακάλυψαν την τραγωδία και την κωμωδία.

Ο Αισχίνης, διάδοχος του Κλεισθένη, εξορίστηκε από τους Λακεδαιμονίους το 556 π.Χ. και η Σικυών προσχώρησε στην Πελοποννησιακή συμμαχία, παραμένοντας πιστός σύμμαχος της Σπάρτης για τα επόμενα εκατόν πενήντα χρόνια. Κατά την διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος, η Σικυών ευημερούσε όπως δείχνει η αύξηση στην κοπή νομισμάτων.

Οι Σικυώνιοι πολέμησαν κατά των εισβολέων Περσών με μεγάλη γενναιότητα στην μάχη της Μυκάλης της Μιλήτου (Σεπτέμβριο 479 π.Χ., η οποία έγινε την ίδια μέρα με την μάχη των Πλαταιών) και έπεσαν σαν ήρωες μαζί με τον στρατηγό τους Περίλαο. Μαζί με τους Αθηναίους, Κορίνθιους και Τροιζήνιους έκαναν ομαδική έφοδο που τους έδωσε την νίκη. Έχασαν στην μάχη περισσότερους άνδρες από κάθε άλλη πόλη.

Πολέμησαν επίσης γενναία δύο φορές εναντίον των Αθηναίων, την πρώτη εναντίον του ναυάρχου Τολμίδη (455 π.Χ.) και την δεύτερη εναντίον του ίδιου του Περικλή, με χίλιους οπλίτες (453 π.Χ.), σε ανοιχτή μάχη, όπου οι Αθηναίοι προσπάθησαν να καταλάβουν τον Κορινθιακό κόλπο. Και τις δύο φορές οι Αθηναίοι, αν και νίκησαν, απέτυχαν να καταλάβουν την Σικυώνα.

πηγή: autochthonesellhnes

Share:

Leave a reply