Αφιέρωμα στην Σικυώνια Γη (μέρος 2ο/7): Η Παλαιά Πόλη

Share:

Η ακριβής τοποθεσία της παλαιάς πόλης είναι ακόμη άγνωστη. Δυστυχώς καμία σοβαρή προσπάθεια δεν έχει γίνει για να βρεθεί(μόνο λίγες ανασκαφές έχουν γίνει στην Ελληνιστική πόλη). Κατά την γνώμη μας πρέπει να ήταν κοντά στους πρόποδες της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου και ορισμένα επιχειρήματα που μπορούν να δοθούν είναι τα εξής:

Γνωρίζουμε από ιστορικές πηγές ότι η αρχαϊκή πόλη είχε τείχος, καθώς και το λιμάνι, το οποίον ήταν περιτοιχισμένο ξεχωριστά. Γνωρίζουμε επίσης, ότι για να υπερασπισθεί κανείς την εντοιχισμένη πόλη, καθώς μας λέει ο Ξενοφών, ήταν απαραίτητο η Ακρόπολη να είναι ασφαλής, και αναφέρει επίσης ότι η πόλη της Σικυώνος αποτελείτο από τρία μέρη: το λιμάνι, την πόλη και την ακρόπολη. Η μόνη πιθανή και λογική τοποθεσία που μπορούμε να φαντασθούμε για την πόλη, είναι στους πρόποδες της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου. Η ίδια η ακρόπολη προστάτευε τα νώτα της πόλης και σε περίπτωση κινδύνου οι κάτοικοι είχαν εύκολη χρήση του οροπεδίου.

Έχουμε επίσης τα λόγια του Δημητρίου Πολιορκητή, ο οποίος είπε στους Σικυώνιους “να χτίσουν την πόλη, πλησίον της πόλης”. Αυτό ακριβώς έκαναν και κατοίκησαν το μπροστινό μέρος της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου. Ένα άλλο επιχείρημα για αυτήν την τοποθεσία, είναι ότι δεν χρειάζονταν μεγάλο τείχος για την υπεράσπιση της. Επίσης, αν η πόλη ήταν πλησίον στο λιμάνι, δεν θα υπήρχε ανάγκη να κάνουν ξεχωριστά τείχη.

Μωσαϊκά κατοικιών έχουν βρεθεί σήμερα στα δυτικά του Ασωπού, τα οποία ενισχύουν αυτά τα επιχειρήματα. Η αρχαία Σικυών ήταν μία πολύ σημαντική πόλη τα παλαιά χρόνια και αυτό το βλέπουμε στις διάφορες ιστορίες των μύθων.

Ο Καλλίμαχος αναφέρει την Σικυώνα ως τον τόπο που διάλεξαν οι Ολύμπιοι Θεοί για την απόδοση τιμών μεταξύ τους, μετά την νίκη τους εναντίον των Γιγάντων και ο Ησίοδος αναφέρει την Μυκόνη (Σικυών) ως το μέρος που ο Προμηθέας εξαπάτησε τους Θεούς(Δία), δίνοντας τους τα χειρότερα κομμάτια από τα θυσιασμένα ζώα, κρατώντας τα καλύτερα για τους ανθρώπους. Οι αρχαίοι επίσης πίστευαν ότι στην Σικυώνα έφερε ο Προμηθέας την φωτιά στο ανθρώπινο γένος.

Λίγες είναι οι γνώσεις μας για την ιστορία της αρχαίας πόλης και αυτές κυρίως προέρχονται από τις λίστες των βασιλέων του Παυσανία και του Ευσέβιου. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο πρώτος βασιλιάς της Σικυώνος και ιδρυτής της, ήταν ο Αιγιαλεύς και η πόλη ονομάσθηκε Αιγιαλεία και ολόκληρος η Πελοπόννησος ονομαζότανε Αιγιαλός. Έκτισε την πόλη στην πεδιάδα και την Ακρόπολη στην άκρη της ανατολικής πλευράς του οροπεδίου (όπου, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, βρισκότανε ο Ναός της Αθηνάς).

Ο γιος του, Εύρωπος τον διαδέχθηκε και μετά αυτόν ο Τελχίνος, από τον οποίο η πόλη πήρε πιθανότατα το όνομα της, Τελχινία. Ο γιος του Άπις έφθασε σε τέτοια μεγάλη δύναμη, ώστε ολόκληρη η περιοχή νοτίως του Ισθμού ονομάσθηκε Απία. Μετά τον Άπι ακολούθησε ο γιος του Θελξίων, και μετά αυτόν ο Αίγυρος, Θουρίμαχος και Λεύκιππος. Ο Λεύκιππος δεν έκανε γιο αλλά κόρη, την Καλχινία, η οποία σύμφωνα με την παράδοση έκανε με τον Ποσειδώνα ένα αγόρι. Ο Λεύκιππος το ανέθρεψε και του έδωσε το βασίλειο του. Το όνομά του ήταν Πέρατος.

Ο γιος του, Πλημναίος είχε την ακόλουθη θλιβερή και όμορφη ιστορία. Όλα τα παιδιά του πέθαιναν με το πρώτο τους κλάμα. Η θέα Δήμητρα τον λυπήθηκε και ήλθε στην Αιγιαλεία σαν μία ξένη γυναίκα και βοήθησε την γυναίκα του, να φέρει στον κόσμο ένα γιο και να τον μεγαλώσει, το όνομα του ήταν Ορθόπολις. Η κόρη του Χρυσόρθη, γέννησε έναν γιο στον Απόλλωνα, το όνομά του ήταν Κόρωνος, ο οποίος έκανε δύο γιους, τον Κόρακα και τον Λαμέδωνα. Ο Κόραξ πέθανε χωρίς απογόνους και τον καιρό εκείνο ήλθε ο Επωπεύς από την Θεσσαλία και έγινε βασιλιάς.

Κατά τα χρόνια της βασιλείας του, ο πρώτος εχθρικός στρατός εισέβαλε στην Σικυωνία. Η αιτία της εισβολής ήταν η κόρη του Νυκτέως των Θηβών, Αντιόπη, της οποίας η ομορφιά ήταν ξακουστή ανάμεσα στους Έλληνες. Ο Επωπεύς απήγαγε την Αντιόπη και ο πατέρας της Νυκτέως συγκέντρωσε στρατό και επιτέθηκε στην Σικυώνα. Κατά την διάρκεια της μάχης, την οποίαν κέρδισαν οι Σικυώνιοι, ο Επωπεύς και Νυκτέας τραυματίσθηκαν σοβαρά, ο τελευταίος μεταφέρθηκε στις Θήβες, όπου πέθανε. Πριν τον θάνατον του, ανέθεσε ως αρχιστράτηγο των Θηβών τον αδελφό του Λύκο, και τον έκανε να υποσχεθεί ότι θα συγκεντρώσει ακόμη μεγαλύτερο στρατό για να πάρει εκδίκηση και να τιμωρήσει την κόρη του, σε περίπτωση που θα την συλλάμβαναν. Στο μεταξύ ο Επωπεύς, μετά την μάχη έκανε θυσία και άρχισε το κτίσιμο ναού της Αθηνάς, ως ευχαριστία. Όταν τελείωσε ο ναός, αφού έκανε θυσία και προσευχές, ερώτησε την Θεά, αν ο ναός ήταν της αρεσκείας της. Λέγεται ότι αμέσως μετά, λάδι ελιάς ανέβλυσε μπροστά στον βωμό. Ο Επωπεύς έχοντας παραμελήσει το τραύμα του μέχρι τότε, πέθανε μετά από αυτό και τον έθαψαν μπροστά στον βωμό της Αθηνάς.

Ο Λαμέδων, γιος του Κορώνου, ανέλαβε την βασιλεία και έδωσε εντολή να επιστρέψει η Αντιόπη στις Θήβες. Στον δρόμο της επιστροφής της, γέννησε δύο αγόρια, τον Ζήθο και τον Αμφίονα. Ο Λαμέδων παντρεύτηκε μία Αθηναία, την Φηνώ του Κλυτίου. Αργότερα, όταν βρέθηκε σε πόλεμο με τον Άρχανδρον και Αρχιτέλην, γιους του Αχαιού του Άργους, συμμάχησε με τον Σικυώνα της Αττικής και του έδωσε την κόρη του Ζευξίππη ως γυναίκα του. Ο Σικυών αργότερα έγινε βασιλιάς και η πόλη πήρε το όνομα του και η περιοχή ονομάσθηκε Σικυωνία. Η κόρη του Χθονοφύλη απέκτησε γιο με τον Ερμή και το όνομα του ήταν Πόλυβος. Αργότερα παντρεύτηκε τον Φλιά, τον επώνυμο ήρωα της Φλειούς, και έφερε γιο, τον Ανδροδάμα.

Η κόρη του Πόλυβου Λυσιάνασσα παντρεύτηκε τον Ταλαό, γιο του Βίαντος, βασιλιά των Αργείων και έκανε γιο τον Άδραστο, ο οποίος φεύγοντας από το Άργος πήγε στην Σικυώνα, στον παππού του Πόλυβο και έγινε βασιλιάς της πόλεως μετά τον θάνατο του. Αργότερα επέστρεψε στο Άργος, αφήνοντας το βασίλειο κενό και ο Ιανίσκος απόγονος του Κλυτίου έγινε βασιλιάς. Μετά τον θάνατο του, τον διαδέχθηκε ο Φαιστός, λέγεται δε ότι ήταν ένα από τα παιδιά του Ηρακλέους. Ο Φαιστός μετοίκησε στην Κρήτη και ο Ζεύξιππος τον διαδέχθηκε, γιος του Απόλλωνος και της νύμφης Συλλίδος. Ο επόμενος βασιλιάς ήταν ο εγγονός του Φαιστού, Ιππόλυτος, που κατά την διάρκεια της βασιλείας του δήλωσε υποταγή στις Μυκήνες, αφού πρώτα ο Αγαμέμνων οδήγησε τον στρατό του εναντίον της Σικυώνος. Στην βασιλεία του γιου του, Λακεστάδη, ο Φάλκης γιος του Τημένου, κατέλαβε κατά την διάρκεια νύχτας την Σικυώνα με την βοήθεια των Δωριέων.

Ο Λακεστάδης, ο οποίος ανήκε στην οικογένεια των Ηρακλήδων, συγκυβέρνησε την πόλη με τον Φάλκη. Την πόλη του Αιγίαλου, η οποία βρισκότανε στην πεδιάδα, ο Δημήτριος γιος του Αντιγόνου κατέστρεψε ολοσχερώς και έκτισε την νέα πόλη στην παλαιά Ακρόπολη.

Οι Σικυώνιοι έλαβαν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο, αλλά τα ονόματα των βασιλέων τους διαφέρουν μεταξύ των συγγραφέων. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο Ιππόλυτος βασιλιάς της Σικυώνος ήταν ο ναύαρχος του Αγαμέμνονος, και κατά τον Ευσέβιο ήταν ο Πολυφείδης, και σύμφωνα με τον Ίβυκο ήταν ο Ζεύξιππος. Ο Ευσέβιος διαφέρει επίσης και σε άλλα σημεία. Λέγει ότι μετά την βασιλεία του Ζεύξιππου, η Σικυών κυβερνήθηκε από τους ιερείς του Απόλλωνος Καρνείου και κράτησε μέχρι τον έβδομο ιερέα, ο οποίος δεν μπόρεσε να κρατηθεί στην εξουσία λόγω οικονομικών δυσκολιών.

πηγή: autochthonesellhnes

Share:

Leave a reply