Αφιέρωμα στην Σικυώνια Γη (μέρος 1ο/7): Η αρχαία Σικυώνα

Share:

Η Σικυών ή Σεκυών στην παλαιά διάλεκτο, σύμφωνα με την μαρτυρία του γεωγράφου Στράβωνα, υπήρξε η πρώτη αποικία των Αχαιών στην Ελλάδα. Ο Όμηρος αναφέρει την Σικυώνα ως “ευρύχωρος”. Μία μεγάλη έκταση που βρίσκεται στην Κορινθιακή πεδιάδα, και η οποία εκτείνεται περισσότερο από δέκα έξι μίλια κατά το μήκος της παραλίας, από τον ποταμό της Νεμέας έως τον Σύθα ποταμό και πέραν από αυτόν, και περισσότερο από δέκα τρία μίλια προς το εσωτερικό.

Κατά την διάρκεια της μακράς ιστορίας της, το όνομα της Σικυώνος έχει αλλάξει πολλές φορές. Είναι απαραίτητο να ανατρέξουμε σε αυτά, διότι αναφέρεται με διαφορετικά ονόματα στα αρχαία κείμενα.

Το πρώτο της όνομα ήταν Αιγιαλεία από τον Αιγίαλο (1870 π.Χ.), ο οποίος αναφέρεται ως ο ιδρυτής της πόλης. Το δεύτερο όνομα της ήταν Τελχίς ή Τελχινία, από τον βασιλιά Τελχίνα, εγγονό του Αιγίαλου, ή από τους Τελχίνες, τους φημισμένους μεταλλουργούς, που κατά τον Στράβωνα, ήταν οι πρώτοι τεχνίτες του σιδήρου και χαλκού. Το επόμενο όνομα της ήταν Μυκόνι (μυκόν = παπαρούνα) από την μεγάλη αφθονία της παπαρούνας στους αγρούς, την οποίαν είχαν φέρει και καλλιεργούσαν, όπως αναφέρει ο Ησίοδος, ή όπως πίστευαν οι κάτοικοι δώρισε η θεά Δήμητρα.

Η περιοχή επίσης ονομάζονταν Ασωπία, στην Αρχαϊκή περίοδο, από τον ποταμό Ασωπό. Το όνομα “Σικυών”, με το οποίο η πόλη ήταν γνωστή κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, σύμφωνα με την μαρτυρία του Παυσανία, το πήρε από τον Σικυώνα της Αττικής, ο οποίος παντρεύτηκε την Ζευξίππη κόρη του βασιλιά Λαμέδοντα, και ο οποίος αργότερα έγινε βασιλιάς της πόλης. Μία άλλη πιθανή εκδοχή του ονόματος της είναι από το σικυός η σικύα, ένα είδος κολοκύνθης σε σχήμα αγγουριού, το οποίο καλλιεργούσαν σε μεγάλες ποσότητες τα παλαιά χρόνια.

Άλλη μία ακόμη, από τα τερακότα αγγεία τα οποία κατασκεύαζαν εδώ. Προτιμούμε την εκδοχή του Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε την πόλη στα μέσα του δευτέρου αιώνα μ.Χ., συνάντησε τους κατοίκους και έγραψε γι’ αυτούς στην περιγραφή του. Η ακριβής τοποθεσία της Αρχαϊκής πόλης δεν έχει βρεθεί ακόμη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ήταν κοντά στους πρόποδες του ανατολικού μέρους του οροπεδίου.

Το 303 μ.Χ., ο Δημήτριος Πολιορκητής κατέλαβε την Σικυώνα, την κατέστρεψε και έχτισε την νέα πόλη στην Ακρόπολη, επάνω σε ένα τριγωνικό οροπέδιο, 4χμ από την θάλασσα. Ονόμασε την νέα πόλη Δημητριάς, αλλά το όνομα αυτό δεν κράτησε για πολύ, αν και χρησιμοποιήθηκε για λίγο χρόνο ξανά τον μεσαίωνα. Στους βυζαντινούς χρόνους ονομάσθηκε επίσης Ελλάς.

Γνωρίζουμε ότι η περιοχή της Σικυώνος κατοικείτο από τους Νεολιθικούς χρόνους (Πελασγοί, 5000 – 3000 π.Χ.). Γύρω στο 1900 π.Χ., οι Αχαιοί έκαναν εδώ την πρώτη αποικία τους. Σύμφωνα με τον Παυσανία, ο πρώτος βασιλιάς και ιδρυτής της πόλης ήταν ο Αιγίαλος, του οποίου η δυναστεία κράτησε χίλια περίπου χρόνια (26 βασιλείς). Από τον τέταρτο (Πέλοψ) η Πελοπόννησος (Νήσος του Πέλοπος) πήρε το όνομα της.

Κατά τον ενδέκατο αιώνα π.Χ., οι Δωριείς κατέβηκαν στην περιοχή. Η Σικυών ήταν μια από τις ελάχιστες πόλεις της Πελοποννήσου, που αντιστάθηκαν στους Δωριείς επιδρομείς. Η πόλη κατελήφθη αιφνιδίως μια νύχτα. Το Άργος, η Κόρινθος, η Φλειούς, η Επίδαυρος, η Τροιζήνη, όλες υποτάχθηκαν στους Δωριείς, χωρίς να φέρουν καμία αντίσταση. Υπό την κηδεμονία πρώτα των Μυκηνών και αργότερα του Δωρικού Άργους, η Σικυών επανέκτησε την ανεξαρτησία της τον έβδομο αιώνα π.Χ., όταν η Αχαϊκή οικογένεια των τυράννων Ορθαγορήδων πήρε την εξουσία στα χέρια της και κυβέρνησε την πόλη για εκατό χρόνια.

πηγή: autochthonesellhnes

Share:

Leave a reply