Αντρέας Ζέππος:Ο φιλάνθρωπος ψαράς που στην κατοχή μοίραζε ψάρια στους άπορους του Πειραιά

Share:

Ο καπετάν Ανδρέας Ζέππος,που όλοι γνωρίζουμε μέσα από το τραγούδι του φίλου του,Γιάννη ΠαπαΪωάννου,ήταν πρόσωπο πραγματικό και όχι γέννημα της φαντασίας του στιχουργού.Προσφυγόπουλο απ’ το Αϊβαλί,γεννημένο τον Φεβρουάριο του 1914 έμεινε ορφανό από τα επτά του χρόνια.

Ο πατέρας του Στράτος,έμπορος με δικό του κατάστημα,χάθηκε όταν μια μέρα οι Τούρκοι κατέστρεψαν το μαγαζί του,και τον πήραν μαζί τους,αυτόν και άλλους Έλληνες.Η οικογένειά τους δεν τον ξαναείδε πια.Η μητέρα του μικρού Ανδρέα,η κυρά Παρασκευή,μάζεψε ό,τι μπορούσε,και κουβαλώντας ένα μωρό στην κοιλιά,τον πήρε από το χέρι και κατέφυγαν στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας έξω απ’ την πόλη για μεγαλύτερη ασφάλεια.

Λίγο αργότερα γεννήθηκε η μικρή του αδερφή που βαφτίστηκε Στρατούλα προς τιμήν του πατέρα που χάθηκε.Η ζωή τους πλέον κυλούσε με μεγάλες δυσκολίες και ο Ανδρέας βρέθηκε να δουλεύει μούτσος στον «Ταξιάρχη»,το καΐκι του θείου του,του καπετάν Στέλιου που ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ψαράδικα της περιοχής.Ο καπετάν Στέλιος φέρθηκε καλά στον μικρό Ανδρέα και στάθηκε ο μεγάλος του δάσκαλος.Ο καπετάν Στέλιος,σε μία επίσκεψή του στη Σμύρνη για να πουλήσει τα ψάρια του,ένιωσε πως η κατάσταση είχε δυσκολέψει πολύ.Επιστρέφοντας στο Αϊβαλί πήρε τη γυναίκα του,Ζωή,και την οικογένεια του Ζέππου και έφυγαν νύχτα για τον Πειραιά.Εξαιτίας όμως του καιρού,η μοίρα τους έριξε στην Αίγινα.Άφησε τις γυναίκες σε ένα μοναστήρι που φιλοξενούσε πρόσφυγες,και πήρε τον μικρό ακόμα Ανδρέα για αναγνώριση των υδάτων.

Μετά από μερικά χρόνια,πεθαίνει η μητέρα του,και τότε ο Καπετάν Ζέππος,αρχίζει να χάνει τον έλεγχο του ποτού.Έγινε ο πρώτος ψαράς του όρμου του Φαλήρου,απέκτησε πολλά χρήματα αλλά και μεγάλη φήμη ως ένας από τους μεγαλύτερους γλεντζέδες που όμως όσα έβγαζε,κάθε βράδυ τα ξόδευε στις ταβέρνες και στα καπηλειά.Τακτικός θαμώνας και στην ταβέρνα του Καούδη στις Τζιτζιφιές,όπου τραγουδούσε ο Γιάννης Παπαϊωάννου με τον οποίο εκτός από φίλοι,ήταν και μακρινοί συγγενείς.Άλλωστε στο παρελθόν,πριν ο Παπαϊωάννου γίνει συνθέτης,δούλευε στο καϊκι του Ζέππου και με το μπουζουκάκι του τραγουδούσε τους καημούς της ζωής

Στην κατοχή ο Παπαϊωάννου,γράφει το γνωστό τραγούδι,εξαιτίας του οποίου τον γνωρίζουμε μέχρι σήμερα,το οποίο και αφιέρωσε στον καπετάνιο του.Το τραγούδι αυτό έγινε σουξέ με την Μαρίκα Νίνου,γύρω στο 1946.Και οι στίχοι του τραγουδιού αφορούσαν την καθημερινότητα του καπετάν Ανδρέα Ζέππου.

Ορισμένες φορές μάλιστα,ο Παπαϊωάννου παραλλάζοντας τους στίχους του τραγούδαγε:

«Καπετάν Ανδρέα Ζέππο,βαλ’ το χέρι στο γιλέκο»

αφού από την τσέπη του γιλέκου ο Ζέππος έβγαζε τις χρυσές λίρες που ξόδευε στα μπουζούκια.Το χρήμα δεν το λογάριασε ποτέ αφού πίστευε πως πάντα θα είναι σε θέση να κερδίζει περισσότερα κι απ’ όσα χρειάζεται.Η Καίτη Γκρέη τον θυμάται να γλεντάει κάθε βράδυ στις Τζιτζιφιές και στο Μοσχάτο,συχνά πιωμένος και ποτέ απαρατήρητος,είτε λόγω του “σαματά” που προκαλούσε,είτε λόγω των πολλών χρημάτων που ξόδευε.Τις περισσότερες φορές,και για τους δύο παραπάνω λόγους.

Ο Ζέππος δεν ξέχασε ποτέ ότι και ο ίδιος ήταν πρόσφυγας και πάντα βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη.Πάντρεψε πολλές ορφανές κοπέλες,βάφτισε πολλά αβάπτιστα που η φτώχεια της οικογένειάς τους,δεν τους επέτρεπε να εξασφαλίσουν ούτε τα απαραίτητα για το μυστήριο.Έθρεφε χήρες και ορφανά· ακόμη και τα αδέσποτα της γειτονιάς.Κυρίως όμως,στη μεγάλη πείνα της Κατοχής,βοήθησε τον κόσμο όσοι ελάχιστοι.

Το 1941 οι Γερμανοί βομβαρδίζουν τον Πειραιά και οι περισσότεροι κάτοικοι με δυσκολία καταφεύγουν στην Αθήνα.Στο δρόμο τους απ’ το Φάληρο,ο καπετάν Ανδρέας τους μοιράζει ψωμί φτιαγμένο από το αλεύρι του αποθέματός του,και μαζεύει τα ψάρια που επέπλεαν στο νερό εξαιτίας των εκρήξεων,όχι για να τα πουλήσει αλλά για να τα μοιράσει σε συσσίτιο.Μετά την Κατοχή,η έντονη εκβιομηχάνιση και αστικοποίηση της περιοχής,επέφερε μόλυνση στα νερά του Φαλήρου.Ο Ζέππος δεν μπορούσε πια να ψαρέψει εκεί και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Τουρκολίμανο και να ψαρεύει στα ανοικτά,με μεγάλες δυσκολίες,κόπο και χωρίς σταθερό κέρδος.

Είχε πια κρατήσει μόνο δυο-τρία άτομα στο πλήρωμά του,η ηλικία του είχε προχωρήσει ενώ είχε καταβληθεί και από τον αλκοολισμό.Το μεροκάματο έβγαινε μετά δυσκολίας,και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη θάλασσα.Από το 1955 και μετά,άρχισε να εργάζεται ως μανάβης,και μεταπωλητής ψαριών.Αξιοποιώντας τις γνωριμίες του,πουλούσε τα ψάρια σε ταβέρνες και εστιατόρια,που όμως συχνά απέφευγαν να τον πληρώσουν ζητώντας συνεχώς πίστωση.

Καταλήγει να πουλάει τα ψάρια στον σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου του Φαλήρου,όπου στεκόταν με το καλάθι του για να βγάζει ένα μικρό μεροκάματο,που συμπλήρωνε πουλώντας και τα χταπόδια που ψάρευε ο ίδιος,όποτε μπορούσε ενώ η γυναίκα του,η Κατίνα,αναγκάστηκε να ξενοδουλέψει κι η ίδια για να μπορέσουν να επιβιώσουν.

Βοηθός της στο σπίτι,η Φανή που είχε ευεργετηθεί κατά την κατοχή απ’ τον καπετάνιο και τώρα πια ηταν γυναίκα του λογοτέχνη Κώστα Σούκα.Ο καπετάνιος συνδέθηκε με τη φιλολογική συντροφιά του Σούκα,η οποία τον δέχθηκε με σεβασμό και αγάπη.Εκεί γνώρισε και τον συγγραφέα Ευάγγελο Αθηναίο και μέσω της συντροφιάς αυτής,ο Ζέππος βρήκε μια αναγνώριση για την προσφορά του στα χρόνια της Κατοχής.

Σ’ εκείνη την εποχή μπαίνει εγγυητής για ένα δάνειο της Αγροτικής Τράπεζας,για να βοηθήσει έναν γνωστό του που του το ζήτησε.Το δάνειο δεν εξοφλήθηκε όμως,κι ο Ζέππος που δεν άντεχε να χρωστά σε κανέναν,πουλάει το καϊκι του για να εξοφλήσει.

Μετά κι απ’ αυτό ο Ζέππος παραδόθηκε στο ποτό,κι η πορεία του ήταν συνεχώς και πιο καθοδική.Πέθανε από κίρρωση του ήπατος το 1969,σε ηλικία 55 χρονών,τόσο φτωχός που συζητήθηκε το ενδεχόμενο να γίνει έρανος για τα έξοδα της κηδείας του.Τότε ήταν που ο Παπαϊωάννου έγραψε ένα ακόμη τραγούδι για τον καπετάν Ανδρέα με τον τίτλο «Ο Ζέππος εκουράστηκε».

Το περίφημο καΐκι του,ο «Άγιος Ευστράτιος»,μετά τον πλειστηριασμό από την τράπεζα,άλλαξε πολλά χέρια.Αρχικά το αγόρασαν οι Παγιδαίοι,μια μεγάλη οικογένεια ψαράδων από το Πέραμα,και το μετονόμασαν «Ζέππο».Αργότερα το πούλησαν στο Ναουσαίο ψαρά Θανάση Νταντάνη,που ζούσε στην Πάρο,ο οποίος μετά από αρκετά χρόνια το πούλησε στον αρχιτέκτονα Κώστα Γουζέλη.Αυτός το ανακατασκεύασε,του έβαλε πανιά,και διατήρησε το όνομά του.

“Παντέρημος στα κύματα της θάλασσας ο βράχος,ο Ζέπος εκουράστηκε να περπατά μονάχος.”

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κολόζης το χρησιμοποίησε στα γυρίσματα του επεισοδείου “Αέρας στα πανιά μας” της σειράς ντοκιμαντέρ «Αιγαίο νυν και αεί»,που προβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση.Έτσι ο «Ζέππος» βγήκε και πάλι στο Αιγαίο σ’ ένα δύσκολο ταξίδι 1500 μιλίων.Το καΐκι,μετά την εκπομπή,κατέληξε σε ένα μέλος της οικογένειας Περατικού,και άραξε σε έναν μόλο της Αντιπάρου.

πηγή: mnimesellinismou

 

Share:

Leave a reply